Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2012

Οδυσσέας Ελύτης, Άξιον Εστί - Η πορεία προς το μέτωπο



   Να διερευνήσετε το ρόλο της φύσης στην προσπάθεια του ανθρώπου να επιβιώσει, έτσι όπως την προσεγγίζουν ο Σολωμός και ο Ελύτης.
 Αδίδακτο κείμενο
   Ξημερώνοντας τ’ Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, από Χιμάρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ’ την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σχεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.
   Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που συνήθιζε τ’ αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης, και δειλά συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπάνας, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε στο μόνο αχολόι που ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών,\στο ξερό και στο γρήγορο των πολυβόλων.
   Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τς λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. ‘Η φορές πάλι αν ήταν βολετό, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ’ την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τα αεροπλάνα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το’ χε συνήθειό του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως.
Τότες χωμένοι μες στις ρεματιές, γέρναμε το κεφάλι από το μέρος το βαρύ, όπου δε βγαίνουνε όνειρα. Και τα πουλιά μας θύμωναν, που δε δίναμε τάχα σημασία στα λόγια τους- ίσως και που ασκημίζαμε χωρίς αιτία την πλάση. Άλλης λογής εμείς χωριάτες, μ’ άλλω λογιώ ξινάρια και σιδερικά στα χέρια μας, που ξορκισμένα να’ ναι.

Ο ΨΩΜΟΖΗΤΗΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ [Αλ. Σούτσος, 1831]



Να επισημάνετε και να σχολιάσετε τουλάχιστον 3 ομοιότητες μεταξύ του παρακάτω ποιήματος και του αποσπάσματος 5 [22] στ. 5-20 από τον «Κρητικό».
 

Ο ΨΩΜΟΖΗΤΗΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ [Αλ. Σούτσος, 1831]

Ένας γέρος στρατιώτης με του ζήτουλα τον δίσκο,
Στο ραβδί ακουμβισμένος και με το σακκί στον ώμο,
Έλεγε σ’ ένα παιδάκι που του έδειχνε τον δρόμο
- Μη, παιδάκι μου, μην τρέχης και πολύ οπίσω μνήσκω

- Εσύ είσ’ ευτυχισμένο... τα ματάκια σου τα έχεις,
Γερά έχεις ποδαράκια, κ’ ελαφρό σαν λάφι τρέχεις...
Εγώ έχασα το φως μου στου Μεσολογγιού την πόλι,
Και το ένα μου ποδάρι με το άρπαξε το βόλι.
………………………………………………………
Ετυφλώθηκα. Δεν βλέπω της Ελλάδος τα βουνά,
Κι’ ο ελεύθερός της ήλιος στα ματάκια μου δεν λάμπει...
Δενδροσκέπαστοι, ωραίοι κ’ αιματοβρεμένοι κάμποι,
Σ’ εσάς τώρα κόσμος άλλος ζωήν ήσυχη περνά.

Εγώ μόνος, για να ζήσω, τρέχω και ψωμοζητώ
Στα ερημοκλήσια μέσα και στους δρόμους ξενυκτώ.
………………………………………………………..
Προσπαθώ του κάκου ναύρω έναν φίλο του παλιού μας,
Του ηρωικού καιρού μας.

Άλλοι πέθαναν, και άλλοι ζουν απ’ όλους ξεχασμένοι
Όπου κι’ αν σταθώ με σπρώχνουν, με περιγελούν οι ξένοι.

Ιούλιος Τυπάλδος, «Το πλάσμα της φαντασίας»



   Να συγριθεί η γυναικεία μορφή με αυτή της Φεγγαροντυμένης

Ἐσὺ ποὺ πρώτη ἐπρόβαλες
σὰν ὄνειρο ἐμπροστά μου,
κι ἄναψες πάθη ἀκοίμητα
στὴν ἄδολη καρδιά μου,
ἄ! ποῦ 'σαι, πὲς μου, αγάπη μου,
ποῦ 'σαι, γλυκιά μου ἐλπίδα;
Tὴ γῆν ἔχεις πατρίδα
ἢ τ' ἄστρα τ' οὐρανοῦ;

Ἐσὲ ζητῶ στὸ χάραμα,
σὰ γλυκοφέγγει ἡ μέρα,
εἰς τὸν ἀφρὸ τῆς θάλασσας,
στὸν ἥσυχον αἰθέρα·
ἐσὲ στὴν ἀνθοστόλιστη
τοῦ κάμπου πρασινάδα,
στὴν μυστικὴν ἀχνάδα
τοῦ ἔρμου φεγγαριοῦ.

Πόσες φορὲς μοῦ φαίνεται
νὰ σὲ θωρῶ μπροστά μου,
καὶ ἀπὸ τὰ στήθια στέκεται
νὰ πετακτῆ ἡ καρδιά μου
θωρῶ τὰ οὐράνια βλέμματα,
τ' ἀγγελικό σου στόμα,
τ' ἀέρινο τὸ σῶμα,
τὰ ὁλόχρυσα μαλλιά.

Πόσες φορές, ἀγάπη μου,
ζητώντας σὲ εἰς τὰ ξένα,
μὲ πόθο γύρω ἀσήκωσα,
τὰ μάτια ἐρωτευμένα,
ὅπου τὰ κάλλη ἐλάμπανε
μὲς στ' ἄνθη, στὰ λουλούδια,
ὅπου χοροί, τραγούδια
μαγεύουν τὴν καρδιά.
(απόσπασμα)

Απόκοτος ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΚΡΗΤΙΚΟ ΣΟΛΩΜΟΥ



«Απόκοπος» του Μπεργαδή, ως παράλληλο για τον Κρητικό του Σολωμού
σε συνδυασμό με το απόσπασμα του Κρητικού, (παρενθετικοί στίχοι 2. 5-18)

Να βρεθούν και να σχολιαστούν οι ομοιότητες και οι διαφορές των 2 αποσπασμάτων

Kαι εκεί, όπου κατήντησα, στον σκοτεινόν τον τόπον,
όχλον μ' εφάνην κ' ήκουσα και ταραχήν ανθρώπων,
δια τό 'μπα μου να μάχουνται, δια μένα να λαλούσι
και εδόθη λόγος μέσα τους να πέψουσιν να δούσιν 70
τις εις τον Άδην έσωσεν, τις ταραχήν εποίκεν
και τις την πόρταν ήνοιξε δίχως βουλήν κ' εμπήκεν.
Kαι δύο μ' εφάνην κ' ήλθασι μαύροι και αραχνιασμένοι,
ως νέων σκιά και χαραγή, μυριοθορυβουμένοι.
Kλιτά μ' εχαιρετήσασιν, ήμερα μ' εσυντύχαν 75
κ' εγώ εκ του φόβου επάρθηκα, τι αποκριθήν ουκ είχα.
Λέγουν μου: "Πόθεν και από πού; Tις είσαι; Tι γυρεύεις;
Kαι δίχως πρόβοδον εδώ στο σκότος πώς οδεύεις;
Πώς εκατέβης σύψυχος, συζώντανος πώς ήλθες
και πάλιν στην πατρίδα σου πώς να στραφής εκείθες; 80
Oπού στον Άδην κατεβή ου δύναται διαγείρειν·
μόνον η Nεκρανάστασις μπορεί να τον εγείρη.
Tα χνώτα σου μυρίζουσι και τα λινά σου λάμπουν,
να είπες λιβάδιν έτρεχες και μονοπάτια κάμπου:
από τον κόσμον έρχεσαι, των ζωντανών την χώραν! 85
Eιπέ μας αν κρατεί ουρανός κι αν στέκει ο κόσμος τώρα·
ειπέ αν αστράπτει και βροντά και αν συννεφιά και βρέχει
και ο Iορδάνης ποταμός αν κυματεί και τρέχει·
και αν είναι κήποι και δεντρά, πουλιά να κιλαδούσι
και ανέ μυρίζουν τα βουνιά και τα λαγκάδια αχούσιν. 90
Eίναι λιβάδια δροσερά, φυσά γλυκύς αέρας,
λάμπουσιν τ' άστρη τ' ουρανού και αυγερινός αστέρας;
Kαι ανέ σημαίνουν οι εκκλησιές και ψάλλουν οι παπάδες
και αν γέρνουνται και την αυγήν ν' άφτουσι τες λαμπάδες.
Παιδιά και να μαζώνουνται νέοι το καλοκαίριν 95
και να περνούν τες γειτονιές κρατώντ' από το χέριν
και μετά πόθου την αυγήν να παρατραγουδούσι
και σιγανά να περπατούν, με τάξιν να περνούσι;
Γίνουνται γάμοι και χαρές, παράταξες και σκόλες;
Φιλοτιμούνται οι λυγερές τάχα και χαίροντ' όλες; 100
Στον κόσμον, τον εδιάβαινες, στες χώρες, τες επέρνας,
οι ζωντανοί, οπού χαίρουνται, αν μας θυμούντ' ειπέ μας·
[απόσπασμα]



(Λάλησε. Σάλπιγγα! κι ἐγώ τό σάβανο τινάζω,

Καί σχίζω δρόμους καί τς ἀχνούς ἀναστημένους κράζω:
«Μήν εἴδετε τήν ὀμορφιά πού τήν Κοιλάδα ἁγιάζει;
Πέστε, νά ἰδεῖτε τό καλό ἐσεῖς κι ὅ,τι σᾶς μοιάζει.
Καπνός δέ μένει ἀπό τή γη· νιός οὐρανός ἐγίνη
Σάν πρῶτα ἐγώ τήν ἀγαπῶ καί θά κριθῶ μ’ αὐτήνη.
Ψηλά τήν εἴδαμε πρωί· τῆς τρέμαν τά λουλούδια
Στή θύρα τῆς Παράδεισος πού ἐβγῆκε μέ τραγούδια·
῎Εψαλλε τήν Ἀνάσταση χαροποιά ἡ φωνή της,
Κι ἔδειχνεν ἀνυπομονιά γιά νά ‘μπει στό κορμί της·
Ὁ οὐρανός ὁλόκληρος ἀγρίκαε σαστισμένος,
Τό κάψιμο ἀργοπορούνε ὁ κόσμος ὁ ἀναμμένος·
Καί τώρα ὀμπρός τήν εἴδαμε· ὀγλήγορα σαλεύει·
Ὅμως κοιτάζει ἐδώ κι ἐκεῖ καί κάποιονε γυρεύει»).

Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2012

ΣΧΗΜΑΤΑ ΛΟΓΟΥ



ΣΧΗΜΑΤΑ ΛΟΓΟΥ

Enlarge this document in a new window
Online Publishing from YUDU
Εισαγωγικά

Στη λογοτεχνία, με τον όρο αισθητική ανάλυση αποκαλούμε τη μελέτη του ύφους και της μορφής ενός κειμένου, δηλαδή την επισήμανση όλων των εκφραστικών τρόπων και μέσων που χρησιμοποιεί ο λογοτέχνης για να μεταδώσει τις ιδέες και τα συναισθήματα του.
Λογοτεχνικό ύφος ονομάζουμε τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο ένας λογοτέχνης «ντύνει» τις σκέψεις του, τους ιδιαίτερους εκφραστικούς τρόπους και τα εκφραστικά μέσα που υιοθετεί (σχήματα λόγου, λεξιλόγιο, αφηγηματικές τεχνικές), τη γλώσσα, τις γραμματικο-συντακτικές επιλογές, το μέτρο, τη στιχουργική, το λογοτεχνικό ρεύμα που ακολουθεί. Το ύφος μπορεί να χαρακτηριστεί ως λιτό, επιτηδευμένο, πομπώδες, φυσικό, ανιαρό, παραστατικό κτλ.
Η τεχνική του συγγραφέα σχετίζεται με τις επιλογές του ως προς τους αφηγηματικούς τρόπους, την οπτική γωνία της αφήγησης, το ύφος (γλώσσα, λεξιλόγιο, σχήματα λόγου κτλ.), το θέμα, τα πρόσωπα, τη δομή, την κλιμάκωση της δράσης, το χώρο, το χρόνο κτλ.
Τα σχήματα λόγου εντάσσονται στη διερεύνηση των εκφραστικών τρόπων και μέσων του συγγραφέα και ονομάζονται οι «ιδιορρυθμίες» του λόγου που επιλέγει ο λογοτέχνης για να κάνει πιο ζωντανό και παραστατικό το λόγο του, για να κερδίσει περισσότερο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Τα σχήματα λόγου καλλιεργήθηκαν στην αρχαιότητα από τους σοφιστές (περίφημα ήταν τα «γοργίεια σχήματα») και χρησιμοποιήθηκαν τόσο στην ποίηση όσο και στην πεζογραφία. Οι αρχαίοι ρήτορες έκαναν διάκριση ανάμεσα στα «σχήματα λέξεως» και τα «σχήματα διανοίας».
Στα «σχήματα λέξεως» ή λεκτικά σχήματα περιλαμβάνονται σχήματα λόγου σχετικά με τη θέση των λέξεων και σχετικά με τη γραμματική συμφωνία των λέξεων.
Στα «σχήματα διανοίας» ή νοηματικά σχήματα περιλαμβάνονται σχήματα λόγου σχετικά με την πληρότητα του λόγου και σχετικά με τη σημασία λέξεων ή φράσεων.

Σχετικά με τη θέση των λέξεων

1. Υπερβατό: όταν μια λέξη ή φράση παρεμβάλλεται ανάμεσα σε δύο όρους που έχουν μεταξύ τους στενή λογική και συντακτική σχέση.
-Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει.
-Πίνω το ωριοστάλαχτο της πλάκας το φαρμάκι.
2. Πρωθύστερο: μια λέξη ή έννοια μπαίνει δεύτερη, ενώ λογικά και χρονικά προηγείται.
-Εγδύθη ο νιος και άλλαξε κι έβγαλε το ζουνάρι.
-Μάη μου, Μάη δροσερέ, κι Απρίλη λουλουδάτε.
3. Αναστροφή: όταν ανατρέπεται η φυσική σειρά των λέξεων ή των προτάσεων σκόπιμα για να αποκτήσει ο λόγος μεγαλύτερη ζωντάνια και εκφραστικότητα.
-Και των μαλλιών / της τ' ωραίο πλήθος / πάνω στο στήθος λάμπει ξανθό.
4. Χιαστό: όταν παρατίθενται δύο ζεύγη εννοιών και η τρίτη έννοια αντιστοιχεί στη δεύτερη και η τέταρτη στην πρώτη (σε σχήμα Χ).
-Αφήνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα.
(αφήνει) η μάνα      το παιδί
το παιδί       τη μάνα
-Το Σούλι κι αν προσκύνησε, κι αν Τούρκεψεν η Κιάφα.
5. Κύκλος: όταν μια πρόταση ή μια περίοδος αρχίζει και τελειώνει με την ίδια λέξη.
-Σταθήτε αντρειά σαν Έλληνες και σαν Γραικοί σταθήτε.
-Μοναχή το δρόμο επήρες, εξανάλθες μοναχή.
6. Παρήχηση: όταν ένας συγκεκριμένος φθόγγος (προπαντός σύμφωνο) επαναλαμβάνεται σε μια φράση.
-Ο σιγαλός αιγιαλός εγέλα γάλα όλος àεπανάληψη του γ και του λ.
-Ανάκουστος κελαϊδισμός και λιποθυμισμένος àεπανάληψη του σ.
7. Παρονομασία ή ετυμολογικό σχήμα: όταν λέξεις ομόηχες, πολλές φορές συγγενείς ετυμολογικά, μπαίνουν η μια κοντά στην άλλη.
-Σκλάβος ραγιάδων έπεσες και ζεις ραγιάς ραγιάδων.
-Να 'μουν κλέφτης να τα κλέψω / κουρσευτής να τα κουρσέψω.
8. Ομοιοτέλευτο ή ομοιοκατάληκτο: όταν στο τέλος συνεχόμενων προτάσεων ή περιόδων υπάρχουν λέξεις με την ίδια κατάληξη.
-Τον πύργο πύργο πάει και γυροβολάει.
9. Ασύνδετο: όταν όροι πρότασης ή προτάσεις μπαίνουν η μία μετά την άλλη χωρίς σύνδεσμο.
-Δυσκολοχώριστα, πουλιά, αγόρια, ανθοί, κοράσια, / τα λόγια στα φιλιά απαλά, τα στόματα κεράσια.
10. Πολυσύνδετο: όταν αλλεπάλληλες λέξεις ή προτάσεις συνδέονται με το και ή το δε.
-Κι η προσευχή κι ο πειρασμός κι η δύναμη κι η αστένια.