Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2012

Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Γ. Βιζυηνός, Μεταξύ φαντασίας και μνήμης, ΕΣΤΙΑ, Αθήνα 1994



ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
Το όνομα της θυγατρός και “Το αμάρτημα της
μητρός μου”: ρητορικός ενικός ή κυριολεκτικός
πληθυντικός;

Την προς τα κοράσια κλίσιν της την εύρισκον σύμφωνον
προς τα αισθήματα και τους πόθους μου.

γ. μ. βιζυηνος

   "Το ΑΜΑΡΤΗΜΑ της μητρός μου" είναι το πρώτο διήγημα που δημοσίευσε ο Βιζυηνός στα ελληνικά στην Εστία (10-17 Απριλίου 1883) και στα γαλλικά στο περιοδικό La Nouvelle Revue (1 Απριλίου 1883). Δίνει την εντύπωση αυτοβιογραφικού κειμένου, λόγω της κτητικής αντωνυμίας στον τίτλο, της πρωτοπρόσωπης αφήγησης και των ονομάτων του αφηγητή -το Γιωργί, ο Γιωργής (7, 16) - και, της μητέρας του - Δεσποινιώ ή Μηχαλιέσσα (15) - που ταυτίζονται με τα ονόματα του συγγραφέα και της μητέρας του.

Για τη συνέχεια κάντε κλικ στα παρακάτω...



Enlarge this document in a new window
Publishing Software from YUDU


Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2012

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΤΣΑΛΟΥΧΙΔΗΣ Ο ΚΡΗΤΙΚΟΣ ΤΟΥ Δ. ΣΟΛΩΜΟΥ Περιοδικό Φιλόλογος

          ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΤΣΑΛΟΥΧΙΔΗΣ
φιλόλογος της
Δευτεροβάθμιας
Εκπαίδευσης

  ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ
Ο «ΚΡΗΤΙΚΟΣ» ΤΟΥ ΔΙΟΝ. ΣΟΛΩΜΟΥ

Α] Η ΣΥΝΘΕΣΗ
Ο «Κρητικός» του Δ. Σολωμού είναι μέρος ενός ευρύτερου συνθέματος που περιλάμβανε συνολικά οκτώ ποιήματα. Από αυτά μόνο το «Όνειρο του Λάμπρου» δημοσιεύτηκε όσο ζούσε ο ποιητής.
Τα ποιήματα του συνθέματος (που κάλυπτε ολόκληρο το Αυτόγραφο Τετράδιο Ζακύνθου αρ.11- στο εξής Ζ11) χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: τέσσερα λυρικά και τέσσερα σατιρικά. Σκοπός του Σολωμού ήταν η δημιουργία ενός συνθέματος με λυρικά και σατιρικά μέρη που όμως δεν θα αντιπαραβάλλονταν ούτε ένα προς ένα ούτε συνολικά. Γράφει χαρακτηριστικά (στα ιταλικά το πρωτότυπο) Είναι καλύτερο να κάνεις ένα Σύνθεμα μάλλον μακρύ που να είναι το μισό σοβαρό καί υψηλό καί το άλλο φαρμακερό-κωμικό. Στο πρώτο μέρος μπορεί να είναι η αρχή του Καλού που μάχεται με την αρχή του Κακού στο δεύτερο. Έτσι το σύνθεμα θα μπορέσει να έχει κοινή ωφέλεια κρύβοντας κάτω από το πέπλο της ποίησης ένα Μέρος ενεργητικό, Βαθύ - και σ’ αυτό παρεμπιπτόντως θα ονειδίζεται και ο νέος (Σκέψου βαθιά την Ουσία και τη Μορφή τούτου του Συνθέματος)1

Η συνέχεια στο παρακάτω αρχείο...



Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2012

ΕΣΤΙΑ1883 , δημοσίευση του διηγήματος ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ



Enlarge this document in a new window
Publisher Software from YUDU

Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2012

Βιτσέντζος Κορνάρος «Ερωτόκριτος»



 Να βρεθούν και να σχολιαστούν οι ομοιότητες του τρόπου παρουσίασης ήχων στα δύο αποσπάσματα.

Ερωτόκριτος (στίχοι 389-402)
«Κι όντεν η νύκτα η δροσερή καθ’ άνθρωπο αναπεύγει,
και κάθε ζο να κοιμηθή τόπο να βρη γυρεύγει,
ήπαιρνε το λαγούτον του κι εσιγανοπερπάτει,
κι εκτύπαν το γλυκιά γλυκιά ανάδια στο παλάτι.
Ήτον η χέρα ζάχαρη, φωνή ‘χε σαν αηδόνι,
κάθε καρδιά να του γρικά κλαίει κι αναδακρυώνει.
Ήλεγε κι ανεβίθανε της ερωτιάς τα πάθη,
και πώς σ’ αγάπη εμπέρδεσε κι εψύγη κι εμαράθη.
Κάθε καρδιά ανελάμπανε, αν ήτο σαν το χιόνι,
σ’ έτοια γλυκότατη φωνή κοντά να τση σιμώνη.
Εμέρων’ όλα τ’ άγρια, τα δυνατά απαλαίνα,
στο νουν τ’ ανθρώπου ό,τ’ ήλεγε με λύπηση πομένα∙
εμίλειε παραπόνεσες που τσι καρδιές εσφάζα,
το μάρμαρον εσπούσανε, το κρούσταλλον εβράζα.»

αναβιθάνω: διηγούμαι
ανάδια: απέναντι

Κρητικός (5 [22] στίχοι 24-38)


Ἠχός, γλυκύτατος ἠχός, ὁπού μέ προβοδοῦσε.
∆έν εἶναι κορασιᾶς φωνή στά δάση πού φουντώνουν,
Καί βγαίνει τ’ ἄστρο τοῦ βραδιοῦ καί τά νερά θολώνουν,
Καί τόν κρυφό της ἔρωτα τῆς βρύσης τραγουδάει,
Τοῦ δέντρου καί τοῦ λουλουδιοῦ πού ἀνοίγει καί λυγάει.
∆έν εἶν’ ἀηδόνι κρητικό, πού σέρνει τή λαλιά του
Σέ ψηλούς βράχους κι ἄγριους ὅπ’ ἔχει τή φωλιά του,
Κι ἀντιβουΐζει ὁλονυχτίς ἀπό πολλή γλυκάδα
Ἡ θάλασσα πολύ μακριά, πολύ μακριά ἡ πεδιάδα,
Ὥστε πού πρόβαλε ἡ αὐγή καί ἔλιωσαν τ’ ἀστέρια,
Κι ἀκούει κι αὐτή καί πέφτουν της τά ρόδα ἀπό τά χέρια
∆έν εἶν’ φιαμπόλι τό γλυκό, ὁπού τ’ ἀγρίκαα μόνος
Στόν Ψηλορείτη ὅπου συχνά μ’ ἐτράβουνεν ὁ πόνος
Κι ἔβλεπα τ’ ἄστρο τ’ οὐρανοῦ μεσουρανίς νά λάμπει
Καί τοῦ γελοῦσαν τά βουνά, τά πέλαγα κι οἱ κάμποι·

Οδυσσέας Ελύτης, Άξιον Εστί - Η πορεία προς το μέτωπο



   Να διερευνήσετε το ρόλο της φύσης στην προσπάθεια του ανθρώπου να επιβιώσει, έτσι όπως την προσεγγίζουν ο Σολωμός και ο Ελύτης.
 Αδίδακτο κείμενο
   Ξημερώνοντας τ’ Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, από Χιμάρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ’ την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σχεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.
   Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που συνήθιζε τ’ αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης, και δειλά συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπάνας, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε στο μόνο αχολόι που ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών,\στο ξερό και στο γρήγορο των πολυβόλων.
   Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τς λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. ‘Η φορές πάλι αν ήταν βολετό, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ’ την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τα αεροπλάνα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το’ χε συνήθειό του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως.
Τότες χωμένοι μες στις ρεματιές, γέρναμε το κεφάλι από το μέρος το βαρύ, όπου δε βγαίνουνε όνειρα. Και τα πουλιά μας θύμωναν, που δε δίναμε τάχα σημασία στα λόγια τους- ίσως και που ασκημίζαμε χωρίς αιτία την πλάση. Άλλης λογής εμείς χωριάτες, μ’ άλλω λογιώ ξινάρια και σιδερικά στα χέρια μας, που ξορκισμένα να’ ναι.

Ο ΨΩΜΟΖΗΤΗΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ [Αλ. Σούτσος, 1831]



Να επισημάνετε και να σχολιάσετε τουλάχιστον 3 ομοιότητες μεταξύ του παρακάτω ποιήματος και του αποσπάσματος 5 [22] στ. 5-20 από τον «Κρητικό».
 

Ο ΨΩΜΟΖΗΤΗΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ [Αλ. Σούτσος, 1831]

Ένας γέρος στρατιώτης με του ζήτουλα τον δίσκο,
Στο ραβδί ακουμβισμένος και με το σακκί στον ώμο,
Έλεγε σ’ ένα παιδάκι που του έδειχνε τον δρόμο
- Μη, παιδάκι μου, μην τρέχης και πολύ οπίσω μνήσκω

- Εσύ είσ’ ευτυχισμένο... τα ματάκια σου τα έχεις,
Γερά έχεις ποδαράκια, κ’ ελαφρό σαν λάφι τρέχεις...
Εγώ έχασα το φως μου στου Μεσολογγιού την πόλι,
Και το ένα μου ποδάρι με το άρπαξε το βόλι.
………………………………………………………
Ετυφλώθηκα. Δεν βλέπω της Ελλάδος τα βουνά,
Κι’ ο ελεύθερός της ήλιος στα ματάκια μου δεν λάμπει...
Δενδροσκέπαστοι, ωραίοι κ’ αιματοβρεμένοι κάμποι,
Σ’ εσάς τώρα κόσμος άλλος ζωήν ήσυχη περνά.

Εγώ μόνος, για να ζήσω, τρέχω και ψωμοζητώ
Στα ερημοκλήσια μέσα και στους δρόμους ξενυκτώ.
………………………………………………………..
Προσπαθώ του κάκου ναύρω έναν φίλο του παλιού μας,
Του ηρωικού καιρού μας.

Άλλοι πέθαναν, και άλλοι ζουν απ’ όλους ξεχασμένοι
Όπου κι’ αν σταθώ με σπρώχνουν, με περιγελούν οι ξένοι.

Ιούλιος Τυπάλδος, «Το πλάσμα της φαντασίας»



   Να συγριθεί η γυναικεία μορφή με αυτή της Φεγγαροντυμένης

Ἐσὺ ποὺ πρώτη ἐπρόβαλες
σὰν ὄνειρο ἐμπροστά μου,
κι ἄναψες πάθη ἀκοίμητα
στὴν ἄδολη καρδιά μου,
ἄ! ποῦ 'σαι, πὲς μου, αγάπη μου,
ποῦ 'σαι, γλυκιά μου ἐλπίδα;
Tὴ γῆν ἔχεις πατρίδα
ἢ τ' ἄστρα τ' οὐρανοῦ;

Ἐσὲ ζητῶ στὸ χάραμα,
σὰ γλυκοφέγγει ἡ μέρα,
εἰς τὸν ἀφρὸ τῆς θάλασσας,
στὸν ἥσυχον αἰθέρα·
ἐσὲ στὴν ἀνθοστόλιστη
τοῦ κάμπου πρασινάδα,
στὴν μυστικὴν ἀχνάδα
τοῦ ἔρμου φεγγαριοῦ.

Πόσες φορὲς μοῦ φαίνεται
νὰ σὲ θωρῶ μπροστά μου,
καὶ ἀπὸ τὰ στήθια στέκεται
νὰ πετακτῆ ἡ καρδιά μου
θωρῶ τὰ οὐράνια βλέμματα,
τ' ἀγγελικό σου στόμα,
τ' ἀέρινο τὸ σῶμα,
τὰ ὁλόχρυσα μαλλιά.

Πόσες φορές, ἀγάπη μου,
ζητώντας σὲ εἰς τὰ ξένα,
μὲ πόθο γύρω ἀσήκωσα,
τὰ μάτια ἐρωτευμένα,
ὅπου τὰ κάλλη ἐλάμπανε
μὲς στ' ἄνθη, στὰ λουλούδια,
ὅπου χοροί, τραγούδια
μαγεύουν τὴν καρδιά.
(απόσπασμα)