Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2011

ΤΟ ΒΙΩΜΑΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΣΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΟ ΚΥΜΑ




Στην όψιμη πεζογραφία του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη υπάρχει ένας αριθμός διηγημάτων που θεωρούνται ότι εμπεριέχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία για τον ίδιο τον πεζογράφο. Καλό είναι εδώ να διευκρινιστεί ότι λέγοντας αυτοβιογραφικά στοιχεία δεν εννοούμε ατόφια συμβάντα της ζωής του συγγραφέα αλλά αλήθειες, βιώματα, εμπειρίες, βιωμένες καταστάσεις και ψυχικές ανάγκες. Όπως λέει ο Γ. Ιωάννου «Ο Παπαδιαμάντης αυτοβιογραφείται όπως όλοι οι γνήσιοι συγγραφείς αυτοβιογραφούνται». Ο Π. Μουλλάς σημειώνει: «Σε τι ποσοστό μεταφέρονται εδώ πραγματικά βιώματα του Παπαδιαμάντη, θα ήταν δύσκολο να καθορίσουμε με ακρίβεια». Ο συγγραφέας άλλωστε υπογράφοντας στο τέλος του διηγήματος με το όνομά του αποποιείται κάθε ταύτισή του με τον αφηγητή. Το ποσοστό των πραγματικών και των επινοημένων εμπειριών στο Όνειρο δεν μπορούμε να το διακρίνουμε με ακρίβεια. Ωστόσο μπορούμε με σχετική ασφάλεια να θεωρήσουμε πραγματικές εμπειρίες διάφορα περιστατικά ή διεργασίες που αντιμετωπίζει ο ήρωας στο διήγημα.
Πρώτο στοιχείο είναι η ζωή στη Σκιάθο, η αμεριμνησία και η αθωότητα της νεότητας και η νοσταλγική αναβίωση / ανάπλαση από τον ώριμο άνθρωπο όσων οριστικά τελείωσαν. Η φύση, η θάλασσα, τα τοπωνύμια, οι δραστηριότητες των κατοίκων του νησιού ανήκουν το δίχως άλλο σε βιώματα του ίδιου του συγγραφέα. Από τα πρώτα αυτά χρόνια της ζωής στη Σκιάθο σφυρηλατείται η θρησκευτικότητα του Παπαδιαμάντη ανάλογη με τη θρησκευτικότητα του ήρωα στο «Όνειρο...»
Επόμενο αυτοβιογραφικό στοιχείο είναι η δυστυχισμένη ωριμότητα με την άρνηση να συμφιλιωθεί ο ενήλικος και μορφωμένος άνθρωπος με την αστική ζωή, άρνηση τόσο γνωστή του ίδιου του Παπαδιαμάντη ώστε να του προσδώσει και τον προσδιορισμό «κοσμοκαλόγερος» των ελληνικών γραμμάτων. Παράλληλα, η επαγγελματική αποτυχία (άσχετα αν στο διήγημα ο αποτυχημένος είναι δικηγόρος ενώ ο συγγραφέας ήταν φιλόλογος, οι ατελέσφορες σπουδές, η οικονομική δυσπραγία και η εξάρτηση από τους εργοδότες είναι αναμφίβολα αυτοβιογραφικά στοιχεία.
Εκείνο, όμως, που κυρίως απηχεί τη ζωή του Παπαδιαμάντη είναι η αποτυχία και η άρνηση του αστικού, του σύγχρονου τρόπου ζωής και η μάταιη (η ρομαντική και ουτοπική) αναζήτηση ενός άλλου διαφορετικού σκηνικού, την επιστροφή και την κατά φύση ζωή σε μία οριστικά χαμένη για τον ίδιο αθωότητα. Επιστροφή που πρόσκαιρα και οδυνηρά επιτυγχάνει με τη λογοτεχνική γραφή.

ΟΙ ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΕΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΣΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΟ ΚΥΜΑ




Το «Όνειρο...» θεωρείται ένα από τα αυτοβιογραφικά διηγήματα του Παπαδιαμάντη και μάλιστα της εφηβικής ηλικίας. Σημαντικό ρόλο στο να επιλεγεί το Όνειρο στο Κύμα ανάμεσα σε αυτά που θεωρούνται αυτοβιογραφικά κείμενα του Παπαδιαμάντη έπαιξε η πρωτοπρόσωπη αφήγηση και μάλιστα η ισχυρά αυτοδιηγητική. Έχει άλλωστε γραφεί ότι το διήγημα τοποθετείται ανάμεσα στα πλαστά απομνημονεύματα και στις πλαστές εξομολογήσεις ή ότι δίνει την εντύπωση ότι αποτελεί σελίδες από ένα προσωπικό ημερολόγιο. Ο ίδιος ο συγγραφέας προκειμένου να εκφράσει τα βιώματα και τις εμπειρίες του διαλέγει δύο διαδοχικά προσωπεία: αυτό του έφηβου ήρωα που ζει τα γεγονότα και του ενήλικου που τα θυμάται και τα σχολιάζει.
1) Ο αφηγητής είναι ένας ομοδιηγητικός αφηγητής. Επειδή μάλιστα πρωταγωνιστεί, είναι το κεντρικό πρόσωπο στην ιστορία που αφηγείται -και όχι ένα δευτερεύον πρόσωπο, ένας περαστικός- έχει προταθεί ο όρος αυτοδιηγητικός αφηγητής.
Το διήγημα παρουσιάζεται ως ήδη γραμμένο κείμενο (να προσεχθεί το Δια την αντιγραφήν του τέλους) και ανήκει σε αυτό το ευρύτερο είδος αφηγημάτων που η αφηγηματολογία ονομάζει πλασματικά απομνημονεύματα, ημερολόγια και επιστολικά μυθιστορήματα. Το Όνειρο στο κύμα μπορεί να καταταχθεί στις αναμνήσεις που μοιάζουν με πλασματικά απομνημονεύματα και περιορίζονται σε ορισμένες στιγμές της προσωπικής ιστορίας του αφηγητή.
Το περιστατικό στο οποίο εστιάζεται η αφήγηση είναι περισσότερο μία εσωτερική περιπέτεια, παρά ένα αντικειμενικό εξωτερικό γεγονός. Από αυτή την άποψη το διήγημα αποκτά ένα εξομολογητικό τόνο.
Ήδη από την αρχή του διηγήματος γίνεται σαφές ότι ο Παπαδιαμάντης επιλέγει δύο χρονικές στιγμές απομακρυσμένες μεταξύ τους:
- η πρώτη αναφέρεται στην παιδική ηλικία του ήρωα
- η δεύτερη στην ωριμότητά του.
2) Ο αφηγητής - πρωταγωνιστής κοιτάζει πίσω στο χρόνο και βλέπει τα γεγονότα της ζωής του αναδρομικά. Το εγώ του έχει δύο υποστάσεις:
- το εγώ της ιστορίας- ο εαυτός που βιώνει, ο ήρωας - νεαρός βοσκός
- το εγώ της αφήγησης à ο εαυτός που αφηγείται, ο ενήλικος -δικηγόρος
Αυτός που έζησε το παρελθόν και αυτός που το αφηγείται είναι και δεν είναι το ίδιο πρόσωπο. Έτσι η φωνή μπορεί να είναι μία, αλλά μπορεί να υπάρχει διαφορά προοπτικής ανάμεσα στα δύο εγώ.
3) Ο χρόνος της ιστορίας είναι ασαφής. Τοποθετείται στα 187... κάπου δηλαδή στο 19° αιώνα και από αυτή την άποψη είναι σύγχρονος του συγγραφέα. Από εκεί και πέρα οι χρονικές πληροφορίες είναι μηδαμινές ο χρόνος ορίζεται από τη φυσική του διάσταση (εποχές, μέρα-νύχτα, ήλιος - φεγγάρι) και τις αγροτικές δραστηριότητες (σπορά -θερισμός).
Ο χρόνος της αφήγησης είναι αναδρομικός, ο ενήλικος αφηγητής εκκινεί από το παρόν του για να επιστρέψει μερικά χρόνια πίσω, στο θέρος του 187...
Η χρονική απόσταση μεταξύ του ενήλικου ήρωα που αφηγείται και του ήρωα που βιώνει την ιστορία εξηγεί και τη διαφορά στην προοπτική, τη διαφορά της φωνής.
4) Η πλοκή ανελίσσεται κυρίως με την αφήγηση του πρωταγωνιστή, είναι επομένως ένας δραματοποιημένος αφηγητής, μίμηση.
Κυριαρχεί ο εσωτερικός μονόλογος, οι σκέψεις του ήρωα. Σ' αυτές ο ενήλικος αφηγητής υιοθετεί την προοπτική του έφηβου εαυτού του.
Υπάρχει και μία σύντομη σκηνή, ο διάλογος του ήρωα με την κοπέλα, η κραυγή του που προσπαθεί να της δώσει θάρρος.

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ



α) Η ηθογραφία: Ο Παπαδιαμάντης στρέφει την προσοχή του στο αγροτικό και το νησιωτικό στοιχείο της Ελλάδας, προσεγγίζει τον απλό άνθρωπο και προσαρμόζει τη γλώσσα του έτσι, ώστε να γίνεται αντιληπτός, έστω κι αν μιλά σε καθαρεύουσα. Μπαίνει στην ουσία της επαρχίας και την παρουσιάζει όπως ακριβώς είναι: αυθεντική, χωρίς προσπάθειες εξωραϊσμού. Έντονο είναι το λαογραφικό στοιχείο, που πηγάζει από την αγάπη του Παπαδιαμάντη για την ύπαιθρο και τούς ανθρώπους της, την αγάπη του για τη θάλασσα και τους θησαυρούς της. Γενικότερα, η ηθογραφία του Παπαδιαμάντη είναι ιδιότυπη, πρωτότυπη και αποκλειστικά δικό του δημιούργημα. Όπως παρατηρεί ο Κώστας Στεργιόπουλος, «η ηθογραφία, ωστόσο, ανοίγεται προς πολλές κατευθύνσεις, ανακατεύοντας τα ηθογραφικά στοιχεία άλλοτε με στοιχεία κοινωνικά, άλλοτε ψυχογραφικά, δημιουργώντας ένα θαυμαστό κράμα, όπου οι λυρικές και οι ποιητικές προεκτάσεις εναλλάσσονται με τους ρεαλιστικούς τόνους».
β) Η θρησκευτικότητα: Οι αρχές της οικογένειας του και γενικότερα η χριστιανική του συνείδηση διαμόρφωσαν τον τρόπο με τον οποίο έβλεπε τα πράγματα. Η πρώτη καλλιτεχνική του έκφραση ήταν η αγιογραφία. Ο ίδιος σε ένα αυτοβιογραφικό σημείωμα γράφει «Μικρός εζωγράφιζα Αγίους». Παρότι πέρασε ανεπιτυχώς από το μοναστικό σχήμα στο Άγιο Όρος, έμεινε εντούτοις πάντοτε ένας κοσμοκαλόγερος, αποφεύγοντας ό,τι απομακρύνεται από τις χριστιανικές ηθικές αξίες. Διάβαζε διαρκώς εκκλησιαστικά βιβλία, βυζαντινή μουσική και υμνολόγια. Ο Τέλος Άγρας λέει: «Τι κείμενα αρχαία και τι κείμενα ξένα, τι κείμενα βυζαντινά, εκκλησιαστικά συναξάρια, τροπάρια, ψαλμούς δεν ξέρει αυτός ο άνθρωπος». Αυτή η παιδεία του πέρασε και στο έργο του, καθώς μέσα στα κείμενα του πάντοτε υπάρχουν θρησκευτικές καταβολές, περισσότερο ή λιγότερο άμεσες. Αυτά τα στοιχεία, άλλωστε, έκαναν τους μελετητές να τον χαρακτηρίζουν «τέλειο τύπο του Βυζαντινού ανθρώπου», «κοσμοκαλόγερο των ελληνικών γραμμάτων», «Βυζαντινό αγιογράφο». Σε ολόκληρο το έργο του αναζητά την ηθική τελειότητα, χωρίς όμως να αδιαφορεί για τις ομορφιές της ζωής και τις χαρές της. Βλέπει παντού να υπάρχει ο Θεός: στην τελειότητα γύρω και κυρίως στις καρδιές των ανθρώπων. Η αμαρτία είναι μέσα στην ανθρώπινη φύση* δεν την επικρίνει, δεν την απορρίπτει. Ξέρει πως σε όλες τις ανθρώπινες πράξεις υπάρχουν δύο δίδυμες, αντίπαλες δυνάμεις, του καλού και του κακού, που άλλοτε στρέφουν τους ανθρώπους στον ορθό κι άλλοτε στο λανθασμένο δρόμο.
«... βάση του χριστιανισμού του αποτελούν η βίωση της αμαρτίας και η πάλη με το κακό και τους πειρασμούς της ζωής. Γιατί ο χριστιανός αυτός είναι ένας χριστιανός «πειραζόμενος»... Ο ηθικός του κόσμος δοκιμάζεται... από τα πάθη του, από τις εισβολές του πονηρού. Γι’ αυτό και ο χριστιανισμός του παραμένει, απ' την αρχή ως το τέλος, «εμπράγματος» · δε χάνεται στη σφαίρα της θεωρίας και των αφηρημένων αναζητήσεων. Περνάει μέσα απ' τη δοκιμασία».
γ) Ο ρεαλισμός: Τα γεγονότα, οι ήρωες, οι καταστάσεις, ο τόπος και συχνά ο χρόνος έχουν σχεδόν πάντοτε ένα έντονο ρεαλιστικό χαρακτήρα. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι απουσιάζει ο υποκειμενισμός από τα στοιχεία των διηγημάτων του ούτε ότι η χρονικότητα στο κείμενο του είναι ξεκάθαρη. «Η κατάργηση της χρονικότητας: Τα χρονικά επίπεδα διαπλέκονται και συμφύρονται, με αποτέλεσμα να μη γίνεται συχνα σαφές ούτε τι ανήκει στο παρελθόν, τι στο παρόν και τι στο μέλλον» ούτε και βάσει ποιων λογικών σχέσεων μνημονεύονται συγχρόνως στο κείμενο γεγονότα και πράξεις που διαφέρουν τόσο μεταξύ τους ως προς το χρόνο που πραγματοποιήθηκαν. Η διάσταση του χρόνου ως γραμμικής διαδοχής καταργείται και τη θέση της παίρνει ένα «αιώνιο παρόν», στο οποίο ακινητοποιείται σε αχρονικές μορφές το όλο κίνηση και δυναμισμό γίγνεσθαι».
δ) Η ψυχογραφία: Ο Παπαδιαμάντης δεν φωτογραφίζει τους χαρακτήρες των έργων του, προσπαθεί να μπει στην ψυχή τους, «δεν ζωγραφίζει απλώς, αλλά δημιουργεί ανθρώπους, κοινωνίες, χώρους», σύμφωνα με τον Ν. Τωμαδάκη. Γενικότερα, ο Παπαδιαμάντης λειτουργεί σε δύο επίπεδα καταγραφής:
- το ρεαλιστικό, οπότε γίνεται άριστος ηθογράφος
- το ποιητικό, οπότε γίνεται ψυχογράφος και αναζητά την ανατομία της ανθρώπινης ψυχής.
ε) Η ποιητικότητα: Ο Παπαδιαμάντης αρνείται να συμβιβαστεί με τα δεδομένα της κοινής εμπειρίας. Κι ενώ στην αρχή έλκεται από την αναπαραστατική γραφή, στη συνέχεια αφήνει το έργο του να κατακλυστεί από λυρική ορμή. «Η ποιητικότητα του Παπαδιαμάντη συνίσταται σ' αυτόν τον διαφορετικό τρόπο με τον οποίο θεάται τον κόσμο, τρόπο που κάνει ώστε στο έργο του «τα πάντα να συμβαίνουν σαν να επρόκειτο η πραγματικότητα να αναδυθεί ως νέα κατηγορία»«. Φύσημα του λόγου του, οι παρηχήσεις και η μουσική κίνηση της φράσης, οι νοσταλγικές αναδρομές καταλήγουν να δίνουν σε πολλά διηγήματα του, και όταν ακόμα υπάρχουν ρεαλιστικά στοιχεία, χαρακτήρα ποιητικό».
στ) Χριστιανική παράδοση: η στενή σχέση του Παπαδιαμάντη με την Εκκλησία ( γιος ιερέα, πήγε στο Άγιο Όρος να γίνει καλόγερος, ψάλτης) περνάει στα διηγήματά του, που είναι γεμάτα εκκλησιαστικά χωρία, θρησκευτικά θέματα. Η γλώσσα του είναι επηρεασμένη από τη βυζαντινή υμνογραφία, ενώ όλο το έργο του αποπνέει τη βαθιά και αγνή θρησκευτικότητα των απλών ανθρώπων.
ζ) Γλώσσα: η γλώσσα του Παπαδιαμάντη είναι η καθαρεύουσα, το όργανο της τότε ελληνικής πεζογραφίας. Τη χρησιμοποιεί για την ακριβολογία της και για το πλούσιο λεξιλόγιό της. Όμως, ο συγγραφέας δεν απομακρύνεται τελείως από τη γλώσσα του λαού του. Οι διάλογοι των απλών ανθρώπων αποτυπώνονται στη δημοτική και μάλιστα στην τοπική διάλεκτο. Ενώ και στην αφήγηση περνούν λέξεις δανεισμένες από τη δημοτική.
η) Σκιάθος. Το υλικό των διηγημάτων του το παίρνει από τη ζωή του στο αγαπημένο του νησί. Τα παραμύθια, τις ιστορίες που άκουσε από τους μεγαλύτερους, τα δικά του βιώματα, αυτά νοσταλγεί και αυτά μεταπλάθει σε αφηγηματικό υλικό.
ι) Φυσιολατρεία. Χαρακτηριστικές είναι οι εικόνες φυσικού κάλλους, οι λυρικές περιγραφές φυσικών τοπίων, η αίσθηση της ελευθερίας και της ευδαιμονίας που χαρίζει η ελληνική φύση.
κ) Νοσταλγία για το παρελθόν- αρνητική στάση απέναντι στην εξέλιξη. Αθεράπευτα ρομαντικός, επηρεασμένος και από τα εκκλησιαστικά διαβάσματά του, τίθεται αντίθετος σε κάθε ξενόφερτο στοιχείο που φοβάται ότι θα αλλάξει το χαρακτήρα της ζωής μας. Η ζωή στην πόλη τον πνίγει και επιθυμεί την επιστροφή του στο νησί.

Τα πρόσωπα



1. Ο νεαρός βοσκός
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέχει το κείμενο, ο βοσκός:
- είναι ένας δεκαοχτάχρονος νέος, ωραίος, αναλφάβητος και ευτυχισμένος, ζώντας φυσική ζωή·
- ζει ελεύθερος στη φύση (στα βουνά και στη θάλασσα), όπου νιώθει κυρίαρχος και απολαμβάνει όσα του προσφέρονται (από καρπούς έως το «όνειρο»)·
- είναι φτωχός, ολιγαρκής και αυτάρκης, ζώντας με όσα εξασφαλίζει απευθείας από τη φύση και από το μοναστήρι·
- στο χώρο του νιώθει ελεύθερος και ανεξάρτητος, χωρίς τις δεσμεύσεις του πολιτισμού και των νόμων·
- έχει συναίσθημα ευθύνης απέναντι στο κοπάδι του αλλά και τρυφερότητας για την αγαπημένη του κατσίκα·
- τέλος, χαρακτηρίζεται στις ερωτικές του αντιδράσεις μάλλον από συστολή και αγνότητα, ενώ σε καίριες στιγμές δεν εκτρέπεται, αλλά ακολουθεί τις χριστιανικές ηθικές αρχές του.

2. Ο ώριμος αφηγητής
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέχει το κείμενο, η προσωπικότητα του ώριμου αφηγητή διαγράφεται έτσι:

α. Πνευματική συγκρότηση
Ο αφηγητής της ώριμης ηλικίας έχει θρησκευτικές πνευματικές (και ηθικές) καταβολές (η θρησκευτική του παιδεία στάθηκε αποφασιστική για τη συγκρότηση της προσωπικότητάς του)· στη συνέχεια ολοκλήρωσε τον πνευματικό του εξοπλισμό με ανώτατες (κοσμικές) σπουδές.

β. Επαγγελματική και οικονομική κατάσταση
Επαγγελματικά νιώθει αποτυχημένος, επειδή είναι απόλυτα εξαρτημένος από τον προϊστάμενό του και δεν έχει προοπτική για εξέλιξη και για βελτίωση της θέσης του, ενώ η θέση του δεν του παρέχει οικονομική άνεση και τα οικονομικά του είναι περιορισμένα. Εξάλλου, έχει ελάχιστα δικαιώματα και πολύ στενό πεδίο δράσης ως εργαζόμενος.

γ. Συναισθηματική κατάσταση
Ο αστικός τρόπος διαβίωσης και εργασίας τον κάνει να ασφυκτιά και να νιώθει καταπιεσμένος μέσα στο χώρο της εργασίας. Γενικά νιώθει απογοητευμένος από τη ζωή του και ταπεινωμένος ειδικά στο χώρο της εργασίας του, αφού είναι αναγκασμένος να υπηρετεί τον εργοδότη του. Αλλά και γι' αυτόν, που τον υπηρετεί με δουλοπρέπεια, αισθάνεται μίσος, παρόλο που είναι προστάτης και ευεργέτης του. Τα μόνα ευχάριστα συναισθήματα είναι εκείνα που του δημιουργούν οι αναμνήσεις από το ωραιοποιημένο παρελθόν του ποιμενικού βίου μέσα στο φυσικό περιβάλλον και η ανάμνηση του νεανικού του «ονείρου».

δ. Απόψεις
Ο αφηγητής της ώριμης ηλικίας έχει απόψεις διαμορφωμένες κάτω από την επιρροή της θρησκευτικής του παιδείας. Η στάση του απέναντι στις γυναίκες είναι υποτιμητική, καθώς τις θεωρεί όλες απογόνους της Εύας, που στάθηκε το αίτιο και ο φορέας του προπατορικού αμαρτήματος. Ως προς τον τρόπο ζωής εξιδανικεύει τον ποιμενικό και το μοναχικό τρόπο ζωής μέσα στο φυσικό περιβάλλον. Τέλος, υποτιμά και την αξία των γραμμάτων, που τα θεωρεί εμπόδιο για τη σωτηρία της ψυχής.

ΟΙ «ΑΡΝΗΤΕΣ» ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ



  Υπάρχει όμως, όπως πάντα..., και η άλλη πλευρά για το έργο του σκιαθίτη πεζογράφου.
  Ο Κ.Θ. Δημαράς στην Ιστορία του διαθέτει τρεις σελίδες για το μεγάλο αυτό πεζογράφο:
  [...] Την έμπνευση και το βίωμα του Παπαδιαμάντη τα σημαδεύει χαρακτηριστικά το θρησκευτικό στοιχείο. Είχε μέσα στο αίμα του την εκκλησιαστική παράδοση [...] Τα διηγήματά του είναι γεμάτα αναμνήσεις από εκκλησιαστικές τελετές και μορφές θρησκευόμενες· η θρησκευτικότητά του πάντως δεν ξεπερνάει την απλή ευλάβεια -απλή και κάποτε χαριτωμένα απλοϊκή- την προσήλωσή του στο εκκλησιαστικό τυπικό και την πιο στενή αντίληψη της παράδοσης. Είναι συντηρητικός· το θρησκευόμενο Βυζάντιο σε στιγμές παρακμής. Μίσος για τους Φράγκους, αποστροφή για κάθε νεωτερισμό· τη στάση αυτήν ξαναβρήκαμε σε αξιόλογη μερίδα των λογίων που έδρασαν στον ύστερο ρομαντισμό. [...]
   [...] Άμα διαβάσει κανείς ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη, θέλγεται και από το υλικό και από το παρουσίασμα· άμα διαβάσει δύο η εντύπωση ελαττώνεται· άμα διαβάσει κανείς πολλά η αγαθή εντύπωση σβήνει όχι μόνο εξαιτίας της μονότροπης τεχνικής, αλλά γιατί ξαναβρίσκει συχνά τα ίδια θέματα, τα ίδια μοτίβα: ούτε εξέλιξη ούτε καν ανανέωση. Ένας κόσμος κλειστός, ευχάριστος στην πρώτη επαφή και αποπνικτικός στη διάρκειά του. Εξάλλου ολόκληρο το πεζογραφικό έργο του Π., αν εξαιρέσει κανείς τις πρώτες του μυθιστορηματικές δοκιμές, το σημαδεύει απόλυτα αναμελιά, αντίθετη με κάθε νόημα τέχνης. Ύφος, έκφραση, γλώσσα σχεδόν τυχαία· καμιά επίτευξη στην κατεύθυνση αυτή. Η παρεμβολή του αφηγητή γίνεται βαριά και αδέξια. Ψυχρά λογοπαίγνια, αναφορές σε περιστατικά που πρόκειται να επακολουθήσουν, πρωθύστερα, παρενθέσεις, αποσιωπητικά, επιφωνήματα, όλες οι ουλές όσες αφήνει στο λόγο η προχειρογραφία, ξαναβρίσκονται αδιάκοπα στο έργο του. [...] Τα επιρρήματα παρουσιάζονται συχνά στην τύχη· τα επίθετα είναι φτωχά και συμβατικά ή τόσο σπάνια και εξεζητημένα, που μένουν χωρίς απήχηση στο μυαλό του αναγνώστη. [...]
   [...] Ο Παπαδιαμάντης διαβάζεται εύκολα από ανθρώπους που δεν έχουν συνηθίσει στην καλή ποιότητα και δεν απαιτεί κανενός είδους προπαρασκευή· η γενιά που τιμούσε τον Σουρή για μεγάλο ποιητή επόμενο ήταν να τιμήσει για μεγάλο πεζογράφο τον Παπαδιαμάντη: το νόημα της τέχνης υπάρχει μόνο στην άλλη παράταξη, που μοχθεί για να δημιουργήσει, που παλεύει ανεβαίνοντας αργά ανάμεσα στην αδιαφορία του κοινού και στην αποδοκιμασία των λογίων [...]
   Ο Λίνος Πολίτης, που είναι θετικός για το έργο του Παπαδιαμάντη, σημειώνει:
   [...] Η αρνητική κριτική επεσήμανε τη χαλαρή σύνθεση των διηγημάτων του, την απουσία ενός σχεδίου, την έλλειψη βούλησης καλλιτεχνικής. Στο μεγαλύτερο μέρος τους οι παρατηρήσεις αυτές είναι σωστές· η έλλειψη όμως της συνθέσεως οφείλεται τις περισσότερες φορές στο χαρακτήρα της νοσταλγίας και του ρεμβασμού· οι ιδέες αδέσμευτες από ένα προκαθορισμένο σχέδιο, ακολουθούν την πορεία του ρεμβασμού -και η έλλειψη αυτή της δέσμευσης αποτελεί μιαν αρετή και μια γοητεία.      
   [...] Από την πληθωρική παραγωγή του Π. πρέπει να αποκλείσομε πολλά διηγήματα που μόλις φτάνουν ή ξεπερνούν το μέτρο. [...]
  (Ιστορία της ν.ε. λογοτεχνίας, 1978, σ. 204-205)
   Ο Αγγ Τερζάκης, ένας στοχαστής ιδιαίτερα μετρημένος στις κρίσεις του, κάνει τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
  [...] Το ύφος του Π., δίχως να είναι βέβαια το ηθελημένα σπασμωδικό των μεταγενέστερων εμπρεσιονιστών ζωγράφων, δεν είναι ούτε και το στρωτό «κλασικό» των συγχρόνων του. Δεν είναι στυλίστας ο Π. κι' αυτό ίσως φανεί βέβηλη αντίφαση για πολλούς προσκολλημένους τυφλά στα ταμπού της νεότερης πνευματικής μας ζωής. Δημιουργεί ατμόσφαιρα συχνά, υποβάλλει, συγκινεί, κι αυτά βέβαια είναι κάποια από τα γνήσια γνωρίσματα του ωραίου ύφους. Μα υπάρχει και σωρεία από αφηγήματά του που δεν διαβάζονται καν, μ' όση καλή θέληση κι αν εξαντλήσει γι' αυτό κανένας. Το ύφος του δεν είναι αξία ενιαία, αυθύπαρκτη, καθολική. Το ψυχικό άρωμα είν' εκείνο που δίνει γοητεία στα έργα του, το περιεχόμενο δηλαδή σε πείσμα της μορφής τους. Οι εξαιρέσεις, όπως το «Όνειρο στο κύμα» είναι λιγοστές. [...]
  («Νέα Εστία», 1941, σ. 5)

Συνοπτική παρουσίαση και αξιολόγηση


ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
«Όνειρο στο Κύμα»


Γνήσιο δείγμα της διηγηματικής τέχνης του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη είναι το έργο του «Όνειρο στο Κύμα». Ο σκιαθίτης λογοτέχνης επιβεβαιώνει τους χαρακτηρισμούς που έδωσε κατά καιρούς η κριτική για τις συνήθειες και τα μοτίβα γραφής του. Ο πεζογράφος του ανοιχτού χώρου, ο λάτρης του μεγαλείου της φύσης, ο απλός και λιτός μέσα στην ευαισθησία και παρατηρητικότητά του ρεαλιστής ηθογράφος, ο βαθύτατος γνώστης όλων των ανθρώπινων εσωτερικών καταστάσεων, ο κάτοχος μιας ουσιαστικής θρησκευτικής συνείδησης, ο αέναος διεκδικητής ανεκπλήρωτων ερώτων, υπογράφει την ονειρική αναπόληση μιας εφηβικής, αλλά άκρως θελκτικής ύπαρξης.
Το διήγημα είναι ερωτικό, αν και χωρίς τη λάγνα απόχρωση του επιθέτου, και αυτοβιογραφικό. Δεν είμαστε βέβαια σίγουροι για το βαθμό που μεταφέρονται σ’ αυτό στοιχεία της ζωής του Παπαδιαμάντη. Ο ίδιος επιχειρεί να αποδεσμευτεί από τον ήρωα αφηγητή και πρωταγωνιστή του. Οι σκηνικοί χώροι όμως του έργου και η γενικότερη ατμόσφαιρα είναι στοιχεία που συνδυασμένα με βιογραφικές λεπτομέρειες του συγγραφέα, τον ταυτίζουν αναπόφευκτα με τον αγνό κι ανιδιοτελή ήρωά του.
Το κείμενο κινείται σε δύο διαφορετικούς χρόνους. Παρόν και παρελθόν παρουσιάζονται από τον αφηγητή με στέρεη γέφυρα το τοπίο της Σκιάθου, το οποίο πάντα δεσπόζει στη μνήμη του Παπαδιαμάντη, ακόμη κι όταν ο ίδιος βρίσκεται στην Αθήνα, όπως εδώ ο ήρωας της ιστορίας μας. Το παρελθόν της εφηβικής του ηλικίας στο νησί έχει την πλειοψηφία της αφηγηματικής έκτασης. Ο πρωταγωνιστής αναζητά διέξοδο από την ασφυκτική και τυποποιημένη αστική ζωή της πρωτεύουσας, όπου εργάζεται σαν μαθητευόμενος δικηγόρος. Ο πιεστικός αστικός τρόπος ζωής και η επαγγελματική ρουτίνα αποτελούν εικόνες ισχυρής αντίθεσης με το φυσικό τοπίο της Σκιάθου, που επιλέγεται σαν λυτρωτική οραματική σκέψη. Ο μορφωμένος κι ώριμος πια ήρωας καταφεύγει στην ανωριμότητα και την αμορφωσιά της εφηβικής του ηλικίας, για να βρει καταφύγιο στις εικόνες της ποιμενικής ζωής που περνούσε, γεμάτος ενθουσιασμό κι ανεμελιά, στους αγρούς της ιδιαίτερης πατρίδας του. Η φύση εξυψώνεται σε λυτρωτικό σύμβολο και λειτουργεί σαν βάλσαμο στην κακοφορμισμένη ψυχή, του ατυχώς βαπτισθέντος ήρωα ως αστού. Η προτίμηση της μακάριας φυσικής ζωής είναι φανερή και σταθερή σ’ όλο το διήγημα και αποτελεί και τη μελαγχολική κατακλείδα του.
Μέσα στο φυσικό τοπίο, ο Παπαδιαμάντης αφήνει με χάρη τη Μοσχούλα να στολίσει τον αφηγηματικό σκηνικό χώρο, να γεμίσει με ερωτικό θαυμασμό την αναπόληση του ήρωα και να αποκαλύψει τα κάλλη της σ’ ένα ονειρικό θαλάσσιο λουτρό. Ο βοσκός αμείβεται από το συγγραφέα με κάτι που λίγοι θα μπορούσαν να το γευτούν. Ένα όνειρο είναι η γυμνή Μοσχούλα, στα γαλήνια νερά ενός σκιαθίτικου κόλπου. Τόση είναι η ομορφιά κι ο ερωτισμός που αποπνέει. Και ο βοσκός σε λίγο την κρατά στα χέρια του, σώζοντάς της τη ζωή. Και ο ίδιος ομολογεί, ευχαριστώντας την τύχη του: «Ἤμην ὁ ἄνθρωπος, ὅστις κατώρθωσε να συλλάβῃ μέ τάς χεῖράς του προς στιγμήν, ἕν ὄνειρον, τό ἴδιον ὄνειρόν του… »

Η βαθιά θρησκευτικότητα και η σεμνότητα του Παπαδιαμάντη είναι αδιαπέραστη και συμπαγής, ακόμη κι όταν πρόκειται, όπως εν προκειμένω, για έναν έφηβο πάνω στα πρώτα ερωτικά του σκιρτήματα. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο συγγραφέας δεν αφήνει τον ήρωά του να ολισθήσει στη «φθηνή» και πρόστυχη βίωση του έρωτα με τη Μοσχούλα. Ο πλατωνικός απόηχος του ιδεώδους ερωτισμού είναι φανερός. Άλλωστε, ο έρωτας είναι μία μεγαλειώδης ιδέα, ένα συγκλονιστικό συναίσθημα που βιώνεται πνευματικά. Αυτή του η έκφανση ενδιαφέρει τον Παπαδιαμάντη κι όχι το σαρκικό πάθος που προκαλεί, γιατί αυτό αφορά τα μύχια γενετήσια ένστικτά μας. Ο συγγραφέας λοιπόν γνωρίζει τον ήρωα με την ιδέα του Έρωτα κι έτσι διασφαλίζει την αγνότητα και την ευαισθησία της εφηβικής του ψυχής, την οποία τόσο ανεπτυγμένη είχε κι ο ίδιος στην ανάλογη ηλικία.
Η διπλοθεσία του ονόματος της νεαρής κοπέλας, να υπάρχει δηλαδή στο διήγημα και μία κατσίκα με το ίδιο όνομα, είναι ηθελημένη και τεχνικά προσχεδιασμένη από το συγγραφέα. Τόσο συγκίνησε το νεαρό βοσκό η 16χρονη Μοσχούλα, που έδωσε το όνομά της στην ομορφότερη κατσίκα του. Και η τελευταία θα θυσιαστεί, μπροστά στην επιλογή του ήρωα να σώσει την πανέμορφη συμπρωταγωνίστριά του. Ο ανθρωπισμός του Παπαδιαμάντη έδωσε το πιο εμφανές στίγμα του. Η ανθρωποκεντρικότητα του ήρωα διδάσκει στον αναγνώστη έναν αποτελεσματικό τρόπο διάσωσης της ανθρωπιάς του. Αλλά κι ο τρόπος θανάτου της κατσίκας είναι συμβολικός. Το κοντό σχοινί, που την κρατούσε στη θέση της, έγινε η θανάσιμη θηλιά της. Με ένα τέτοιο «σχοινί» είναι δεμένος κι ο ήρωας στην αποπνικτική Αθήνα. Είναι καιρός να κόψει το «σχοινί», που ήδη έχει αρχίσει να «τυλίγει το λαιμό του». Ο Παπαδιαμάντης δεν αντέχει μακριά απ’ τη Σκιάθο. Ώσπου, μετά από απανωτές επιστροφές σ’ αυτήν, εγκαθίσταται μόνιμα στον τόπο του και πεθαίνει εκεί γαλήνια.
Η Μοσχούλα, από εκείνο το ατυχές για εκείνη δειλινό, δεν πλησίασε ποτέ ξανά το βοσκό. Προστάτευσε την εικόνα και την τιμή της σε μία κοινωνία που εύκολα καταδίκαζε τις γυναίκες κι απελευθέρωνε τα ήθη τους στη συνείδησή της. Άλλωστε, ο βοσκός ήταν ένας ταπεινός άνθρωπος «άλλου κόσμου» και τίποτα δε θα μπορούσε να της προσφέρει. Ο ήρωας όμως κέρδισε πολλά από την αθώα εμπειρία του. Βίωσε το αίσθημα του Έρωτα, λυτρώνοντας τα πάθη του. Ένιωσε το σαγηνευτικό πρόσωπο της φύσης. Αποφάσισε ότι τα εγκόσμια «μιλούσαν» μέσα του δυνατότερα από την ιερατική ζωή. Διάλεξε χώρο: όχι την πολύβουη ζωή του αστικού κέντρου, αλλά τη φύση. Έχασε όμως την κατσικούλα του… Ο Παπαδιαμάντης έθεσε ένα μικρό τίμημα εσωτερικής πληρότητας κι ολοκλήρωσης.

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2011

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ




Αγάθη Γεωργιάδου, σεμινάριο
  Ακολουθεί συνοπτική ανάλυση του διηγήματος ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ, βασισμένη στη παρουσίαση που έκανε η κ. Αγάθη Γεωργιάδου σε σεμινάριο Φιλολόγων στη Πάτρα το Δεκέμβριο του 2006

  Βασικό θέμα: ο θάνατος
  Δομικός άξονας: η ασθένεια της Αννιώς και οι μάταιες προσπάθειες της μητέρας να τη σώσει, για να εξιλεωθεί από μια κρυφή αμαρτία.
  Θεματικός πυρήνας : το συναίσθημα ενοχής της μητέρας και η επίδραση που είχε στον ψυχισμό του αφηγητή .

Το βιωματικό υλικό
• Τα οικογενειακά ονόματα (Δεσποινιώ Μηχαλιέσα, Αννιώ, Γιωργής, Μιχαλιός, Χρηστάκης)
• Ο θάνατος του πατέρα και της Αννιώς
• Η παραμονή του αφηγητή στην Πόλη
• Το ταξίδι του στην Κύπρο
• Η δεύτερη μετάβασή του στην Πόλη

Η αφηγηματική προοπτική
Στο «Αμάρτημα της μητρός μου» η δομή είναι κυκλική, όπως και σε όλα τα διηγήματα του Βιζυηνού: αναπτύσσεται γύρω από ένα αίνιγμα που προτείνεται στον τίτλο και το οποίο λύνεται στο τέλος (π.χ. Ποίος ήτο ο φονεύς του αδελφού μου) κρατώντας το ενδιαφέρον του αναγνώστη αμείωτο μέχρι τέλους.

Οι αντιθέσεις στο «Αμάρτημα της μητρός μου»


Οι αντιθέσεις στο «Αμάρτημα της μητρός μου» οροθετούν την αναζήτηση του νοήματος, προσδιορίζουν συμπεριφορές, διαφωτίζουν αιτίες και σηματοδοτούν την εξέλιξη της πλοκής.
Σας δίνονται κάποιες από αυτές
α) ενικού και πληθυντικού: « Ἀννιώ» - «ἡμεῖς», «ἡμᾶς» «θελεν», «πήγαινεν» - «μεθα», «εἴχομεν».
β) θανάτου και ζωής: ο νεκρός πατέρας, «μας ἐνέδυε χρησιμοποιοῦσα τά φορέματα τοῦ μακαρίτου πατρός μας» - «φ' ὅτου ἀπέθανεν ὁ πατήρ μας» - «χήρευσε»: η παρουσία της ζωντανής μητέρας και των παιδιών της),
γ) κοριτσιού (Αννιώς) και αγοριών: ο πρωτότοκος Χρηστάκης, ο αφηγητής Γιωργής, ο υστερότοκος Μιχαήλος,)
δ) γνώσης και πλάνης: παρότι γράφει το διήγημα σε μια μεταγενέστερη χρονική στιγμή, κατά την οποία γνωρίζει την αλήθεια για την ύπαρξη και άλλης αδερφής εκτός της Αννιώς, εντούτοις προτιμά την παράθεση των γεγονότων υπό το πρίσμα της πλάνης του. Πρόκειται για σκόπιμη πλάνη «λλην ἀδελφήν δέν εἴχομεν παρά μόνον τήν Ἀννιώ»).