Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2012

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΛΥΣΗ: «Μόνο γιατί μ’ αγάπησες»



  video

   Το ποίημα ανήκει στη συλλογή «Οι τρίλιες που σβήνουν» που εκδίδεται το 1928, όταν η Μαρία Πολυδούρη έχει επιστρέψει από το Παρίσι και συνεχίζει τη νοσηλεία της, από το νοσοκομείο Charité στο νοσοκομείο «Σωτηρία» της Αθήνας.
   Η συλλογή αποτελείται από τέσσερις ενότητες ποιημάτων: «Χαμόγελα», «Ξεφάντωμα», «Ο μοιραίος δρόμος», «Οι τρίλιες που σβήνουν».
   Το «Μόνο γιατί μ’ αγάπησες» ανήκει στην ενότητα που χάρισε και τον τίτλο σ’ όλη τη συλλογή, «Οι τρίλιες που σβήνουν».
   «Τρίλια» στη μουσική σημαίνει την πολύ γρήγορή επανάληψη δύο συνεχόμενων φθόγγων που βρίσκονται σε απόσταση τόνου ή ημίτονου. Σημαίνει ακόμα τον τρόπο κελαηδήματος, που μοιάζει με τη μουσική τρίλια. Άρα και ο τίτλος προϊδεάζει για την ποιητική που δημιούργησε η Μαρία Πολυδούρη. Μία ποιητική που διακρίνονταν από τους ελάσσονες τόνους, την ατμοσφαιρικότητα, την υποβλητική μουσικότητα, στοιχεία που εξέφραζαν τη θλίψη, τη μελαγχολία, τη νοσταλγία, την απόγνωση.
   Ανήκει η Μαρία Πολυδούρη στη νεορομαντική σχολή, η οποία στηρίχθηκε σε ρομαντικές και συμβολιστικές καταβολές και επεδίωξε την αναδιοργάνωση και τον εκσυγχρονισμό της παραδοσιακής ποίησης τονίζοντας ιδιαίτερα το λυρικό στοιχείο του στίχου.
   «Ολόκληρη η ποιητική της, ορμεμφυτική και αναδιοργάνωτη κατά τα άλλα, στηρίζεται στους εκφραστικούς τονισμούς και γενικότερα στην ηχητική εκφραστικότητα του στίχου. Οι τονισμοί διαγράφουν τις διακυμάνσεις και τις αποχρώσεις του αισθήματος, και το αίσθημα δίνει τον προσωπικό χαρακτήρα στη φωνή της και απηχεί το συναισθηματικό κλίμα της εποχής…»
   Η Μαρία Πολυδούρη «έζησε σύμφωνα με τις αρχές της και στην ποίηση της άφησε να περάσει μόνον ό,τι επέτρεπε η ποιητική συνταγή: του νεορομαντισμού το πάθος για ζωή, το πάθος για τον έρωτα, τη συντριβή για ό,τι δεν έζησε, τη φθαρτότητα, τη σκιά θανάτου, τον ίδιο το θάνατο. Οτιδήποτε άλλο θεωρούνταν αντιποιητικό….»

   Τίτλος του ποιήματος
   «Μόνο γιατί μ’ αγάπησες» (Σύμφωνα με το σχολικό βιβλίο το οποίο παραθέτει το κείμενο, από την ανθολογία του Μανόλη Αναγνωστάκη «Η χαμηλή φωνή», Νεφέλη, 1990).
   Στα Άπαντα της Μαρίας Πολυδούρη, εκδόσεις Αστέρι 1982, το ποίημα παρατίθεται με τον τίτλο «Γιατί μ’ αγάπησες».

   Ο τίτλος παρουσιάζει τα πρόσωπα: β΄ ενικό και α΄ πρόσωπο ενικό και το ρήμα δίδει τη σχέση των δύο προσώπων: «αγάπησες» η αγάπη του εσύ για το με είναι η αιτία του διαλόγου, που θα ανοίξει μεταξύ των δύο προσώπων, και εμείς ως αναγνώστες θα τον γνωρίσουμε μέσα από τους στίχους που ακολουθούν.
   Αν θεωρήσουμε ότι το απρόσωπο, το ποιητικό υποκείμενο είναι η ποιήτρια, τότε η ποιήτρια συνδιαλέγεται με το εσύ, συνδιαλέγονται η Ποίηση και η Ζωή με λυρισμό και πάθος γιατί υπάρχει η αγάπη, που αναδεικνύει τη σχέση εξάρτησης μεταξύ τους και την αλληλοαναφορά τους.
   Η ύπαρξη, κυριαρχική και βαρύνουσα, του «μόνο», μοναδική αιτία του διαλόγου η αγάπη, επιβεβαιώνει ότι το ποίημα έχει άξονα αναφοράς τον Έρωτα, ένα ποιητικό, ερωτικό κείμενο με συναισθηματικές και συγκινησιακές εξάρσεις, ενταγμένο στο νεορομαντισμό, εκεί που η Μαρία Πολυδούρη εναπόθεσε τα συναισθήματά της με «όλες τις εξιδανικεύσεις, τις ωραιοποιήσεις και τις υπερβολές».
   Το ποίημα αποτελείται από εννέα (9) πεντάστιχες στροφές. Στο σχολικό βιβλίο οι στροφές 4,5,6,8 παραλείπονται.

     Ανάλυση
  •    Στην α΄ στροφή το ποιητικό εγώ εξομολογείται:
            Δέν τραγουδῶ, παρά γιατί μ’ ἀγάπησες
            στά περασμένα χρόνια.

   Δύο ρήματα: «τραγουδώ», ενεστώτας, παρόν και «αγάπησες», αόριστος, παρελθόν, που υπογραμμίζεται κι από το χρονικό προσδιορισμό «στα περασμένα χρόνια». Το τώρα ένα τραγούδι αποτέλεσμα της αγάπης του τότε. Το ποιητικό εγώ εξομολογείται ότι τώρα γράφει ένα τραγούδι, γιατί κάποτε στο παρελθόν αγαπήθηκε. Η αγάπη ως συναίσθημα που βιώθηκε τότε, βιώνεται και τώρα πολύ έντονα αλλά και ως κίνητρο με αποτέλεσμα το τραγούδι (τραγωδώ – η σύγκρουση των συναισθημάτων). Ο Έρωτας, η Αγάπη που γίνεται Ποίηση.
   Αν λάβουμε υπόψη μας ότι το ποίημα ανήκει στην ενότητα «ποιήματα για την ποίηση» του σχολικού βιβλίου, η ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη στο διάλογό της με την ποίησή της θεωρεί αυτή ως «μεταγραφή των γεγονότων του συναισθηματικό της κόσμου».


         Καί σέ ἥλιο, σέ καλοκαιριοῦ προμάντεμα
         καί σέ βροχή, σέ χιόνια,

   Ο 3ος και 4ος στίχος αναφέρονται στη φύση: βροχή, χιόνια, καλοκαίρι, στοιχεία αιώνια που υπογραμμίζουν αφ’ ενός τη συνέχεια της αγάπης μέσα στο χρόνο κι αφετέρου τις συναισθηματικές εξάρσεις μιας τέτοιας αγάπης.
   Άνθρωπος του μεσοπολέμου η Μαρία Πολυδούρη χρησιμοποιώντας καθημερινές, απλές λέξεις εκφράζει μια «περιπάθεια απόλυτα προσωπική και ιδιοσυγκρασιακή»  τονίζοντας ότι το ποιητικό της εγώ πληρώνεται από τον έρωτα του «εσύ». Όμως τίθεται ο προβληματισμός: μήπως είναι η ποίηση αυτή καθεαυτή, η ποιητική δηλαδή μεταγραφή του ερωτικού στοιχείου, που δικαιώνει την ύπαρξή της;

         δέν τραγουδῶ παρά γιατί μ’ ἀγάπησες.

   Η στροφή θα κλείσει με την επανάληψη του 1ου στίχου. Επωδός που δίδει τη βεβαιότητα των συναισθημάτων της ποιήτριας, καθώς αφαιρείται το κόμμα που υπάρχει στον πρώτο στίχο. Στον α΄ στίχο το κόμμα, μικρό σημείο παύσης πριν την αιτιολόγηση, αφήνει ένα περιθώριο έστω και μικρό, δισταγμού Στον τελευταίο στίχο η αφαίρεσή του προσθέτει την απόλυτη βεβαιότητα..
   Η δομή των στροφών που ακολουθούν στηρίζεται στο σχήμα: ο Έρωτας ως αιτία και αποτέλεσμα αυτού του ερωτικού βιώματος. Θα υπογραμμίζαμε ότι από τη β΄ στροφή αρχίζει ένας κλιμακωτός ρυθμός ανάβασης του ερωτικού συναισθήματος και των αποτελεσμάτων του, ένα ερωτικό κρεσέντο μέχρι την τελευταία στροφή, όπου πληροφορούμαστε το θάνατο του προσώπου που τόσο πολύ αγάπησε την ποιήτρια, ώστε της χάρισε ζωή (έζησα) αλλά και γλυκό θάνατο.

  •  Στη β΄ στροφή κυριαρχεί η επανάληψη
           Μόνο γιατί μέ κράτησες στά χέρια σου
           μιά νύχτα καί μέ φίλησες στό στόμα,
           μόνο γι’ αυτό εἶμαι ὡραία σάν κρίνο ὁλάνοιχτο
           κι ἔχω ἕνα ρίγος στήν ψυχή μου ἀκόμα,
           μόνο γιατί μέ κράτησες στά χέρια σου.

   «Μόνο… μόνο…», που σε συνδυασμό με τη χρήση του αορίστου χρόνου υπογραμμίζει τη μοναδικότητα των ερωτικών στιγμών που βίωσε η ποιήτρια στο παρελθόν, γεγονός που ολοκλήρωσε την ύπαρξή της «Μόνο γιατί μέ κράτησες στά χέρια σου / μιά νύχτα καί μέ φίλησες στό στόμα,». Ιδιαίτερα προσέχουμε ότι αναφέρονται τα κατ’ εξοχήν ερωτικά σημεία του σώματος: τα χέρια και το στόμα. Το αποτέλεσμα αυτού του αισθησιακού - ερωτικού, μοναδικού βιώματος είναι διπλό και αναφέρεται στο παρόν: «μόνο γι’ αυτό εἶμαι ὡραία σάν κρίνο ὁλάνοιχτο / κι ἔχω ἕνα ρίγος στήν ψυχή μου ἀκόμα,».
   «εἶμαι ὡραία …» η ομορφιά ως αποτέλεσμα του έρωτα, με χαρακτηριστικό γνώρισμα την αγνότητα, όπως αυτή δίδεται με μια παρομοίωση από τη φύση, «σάν κρίνο ὁλάνοιχτο». Ο έρωτας δρα εξαγνιστικά και δίδει ομορφιά στην ποιήτρια.
   «κι ἔχω ἕνα ρίγος στήν ψυχή μου ἀκόμα…» Τρεμουλιάζει το ποιητικό εγώ μπροστά στο μεγαλείο και στη δύναμη του έρωτα ή μήπως το ρίγος γεννιέται από το φόβο ενός πιθανού θανάτου αυτού του ίδιου του έρωτα; Προοικονομείται ο θάνατος του έρωτα. Αισθήματα συγκρουόμενα τώρα στην ψυχή της ποιήτριας και η βεβαιότητα ότι τώρα ο έρωτας είναι πιο δυνατός, αφού περνά στην ψυχή και οι στίχοι, από δω και στο εξής, θα γίνουν πιο λυρικοί, αφού θα εκφράζουν εντονότερα συναισθήματα.

  •  Στη γ΄ στροφή
         Μόνο γιατί τά μάτια σου μέ κύτταξαν
        μέ τήν ψυχή στό βλέμμα,
        περήφανα στολίστηκα τό ὑπέρτατο
       τῆς ὕπαρξής μου στέμμα,
       μόνο γιατί τά μάτια σου μέ κύτταξαν.

   Η ποιήτρια επικεντρώνει την προσοχή της στα μάτια του προσώπου που την αγάπησε «Μόνο γιατί τά μάτια σου μέ κύτταξαν / μέ τήν ψυχή στό βλέμμα». Τα μάτια εκφράζουν την ψυχή, εξομολογούνται βαθύτερα συναισθήματα, την αλήθεια, παρουσιάζουν την ουσία, το είναι του καθενός. Τα μάτια του «εσύ», μάτια ερωτευμένου, αισθητοποίησαν τον έρωτα στο βλέμμα του και η ποιήτρια μέσα από το ερωτικό βλέμμα ένιωσε τη δικαίωση της ύπαρξής της.
   Η συνεκδοχή «τά μάτια σου μέ κύτταξαν» είναι η αιτία και το αποτέλεσμα δηλώνεται με τους μεταφορικούς στίχους «περήφανα στολίστηκα τό ὑπέρτατο / τῆς ὕπαρξής μου στέμμα,…». Η ποιήτρια παρουσιάζει τον εαυτό της ως βασίλισσα επιβεβαιώνοντας αυτό τον τίτλο με την αναφορά στο «στέμμα», που δεν είναι άλλο από τον Έρωτα. Η ιδιότυπη αυτή βασίλισσα υπάρχει γιατί η εξουσία της απορρέει από τον Έρωτα, που ένιωσε το «εσύ», ο Άλλος για την ίδια. Η ύπαρξή της ως γυναίκας και ανθρώπου ταυτίζεται με αυτό τον Έρωτα. Γράφει «η ψυχή μου και η αγάπη γεννήθηκαν την ίδια μέρα…»

  •  Η δ΄ στροφή
         Μόνο γιατί μ’ ἀγάπησες γεννήθηκα
        γι’ αὐτό ἡ ζωή μου ἐδόθη
        στήν ἄχαρη ζωή τήν ἀνεκπλήρωτη
        μένα ἡ ζωή πληρώθη.
       Μόνο γιατί μ’ ἀγάπησες γεννήθηκα.

   Αρχίζει με μια υπερβολή, που στηρίζεται και πάλι στο σχήμα αιτία - αποτέλεσμα. «Μόνο γιατί μ’ ἀγάπησες γεννήθηκα…»: υπερβολή που οδηγεί στην κορύφωση του Έρωτα, καθώς αποκτάει μια άλλη διάσταση με την ομολογία της ποιήτριας ότι η αγάπη τη γέννησε ουσιαστικά. Η ζωή της «ἐδόθη» χάρη σ’ αυτή την αγάπη. Το δόσιμο της ζωής. Το εσύ με την αγάπη του έδωσε ζωή από τη ζωή του στην ποιήτρια και έτσι η ζωή της απέκτησε περιεχόμενο και σκοπό.
   Μέσα από την αντίθεση «στήν ἄχαρη ζωή τήν ἀνεκπλήρωτη ≠ μένα ἡ ζωή πληρώθη» η ποιήτρια ομολογεί: η Αγάπη με οδήγησε στην ψυχική ολοκλήρωση, στη συναισθηματική πλήρωση, στην ηθική τελείωση.
   Η τριπλή επανάληψη «ζωή … ζωή … ζωή …» ολοκληρώνει την ομολογία υπογραμμίζοντας: Ζωή χωρίς αγάπη δεν μπορεί να υπάρξει, κι αν υπάρχει, δεν είναι αληθινή, γιατί αληθινός είναι ο άνθρωπος που είχε την τύχη ν’ αγαπηθεί αλλά και ν’ αγαπήσει μέσα από το βίωμα της αγάπης του άλλου.

  •  Στην ε΄ στροφή
         Μονάχα γιατί τόσο ὡραῖα μ’ ἀγάπησες
        ἔζησα, νά πληθαίνω
        τά ὀνείρατά σου, ὡραῖε, πού βασίλεψες
        κι ἔτσι γλυκά πεθαίνω
       μονάχα γιατί τόσο ὡραῖα μ’ ἀγάπησες.

    Το «μόνο» τρέπεται σε «μονάχα» και το σχήμα αιτία - αποτέλεσμα διαμορφώνεται ως εξής: «Μονάχα γιατί τόσο ὡραῖα μ’ ἀγάπησες … κι ἔτσι γλυκά πεθαίνω …». Η αγάπη-αιτία και το αποτέλεσμα διπλό: ζωή και γλυκός θάνατος. Έζησε πραγματικά μέσα από την αγάπη, που πλούσια της χάρισε το «εσύ» και με το οξύμωρο «γλυκά πεθαίνω», επισημαίνει τη γλύκα, που αποκτά ο θάνατος για δύο λόγους: και γιατί αξιώθηκε να ζήσει την αληθινή ζωή, που προσφέρει η αγάπη αλλά και γιατί τώρα ο θάνατός της θα τη φέρει κοντά στο «εσύ» που «βασίλεψε».
   Η τραγική κατάληξη του έρωτα. Το «εσύ» που βασίλεψε δίνεται εδώ με την προσφώνηση «ὡραῖε». Η απώλεια του αγαπημένου προσώπου είναι γεγονός και έτσι δικαιολογείται και ο αόριστος χρόνος «μ’ ἀγάπησες» που συνέχει ως αιτία όλο το κείμενο.
   «ἔζησα, νά πληθαίνω / τά ὀνείρατά σου …». Η αληθινή ζωή που αξιώθηκε να ζήσει η ποιήτρια, όπως ανάφερα και παραπάνω, είχε αρχή και τέλος τον έρωτα. «Όταν βεβαιώνεται πως χάνει οριστικά τον έρωτα, ερωτεύεται τη θλίψη της για την απώλειά του… Το πάθος της αυτό θα της εμπνεύσει μερικά από τα ωραιότερα ερωτικά τραγούδια που έχουν γραφτεί… κι ο έρωτας η μοναδική δικαίωση της ζωής της…»
   «…Σ’ όλα της τα ποιήματα υπήρχε απαραίτητα ο Εκείνος, η Εκείνη, συγκλονιστικό ερωτικό πάθος και μόνιμο φινάλε ο θάνατος. Κάποτε η μητέρα της τη ρώτησε:
   - Δεν θα ’τανε πιο όμορφο το τραγούδι σου, Μαρία, αν άφηνες τους ήρωές σου να ζήσουνε και να χαρούνε την τόση αγάπη τους;
   - Για να γίνει το τραγούδι, απαντούσε, πρέπει να πεθάνουνε….»
   Και σημειώνει στο ημερολόγιό της: «Είναι η ζωή η ίδια, η αγάπη είναι μια δύναμη, όπως μια δύναμη είναι και ο θάνατος· και πόσο ευχάριστα δεχόμαστε και το θάνατο αυτό, όταν μας τον δίνει η αγάπη…». Και σ’ αυτό ακριβώς το σημείο νομίζω βρίσκεται η ανατρεπτική ματιά της Πολυδούρη. Αν και η ποίησή της κινείται γύρω από τα δύο βασικά μοτίβα του Έρωτα και του Θανάτου κι εύκολα θα μπορούσε να διολισθήσει - και ίσως σε ορισμένα ποιήματά της να διολίσθησε - στον «εύκολο ρομαντισμό, εντούτοις η ποιήτρια πραγματοποιεί και με την ποίησή της την ανήσυχη ματιά της. Κι όπως έζησε έτσι κι έγραψε. Γιατί είναι ανατροπή όταν δίπλα στον έρωτα, έστω και σ’ ένα β΄ επίπεδο τοποθετείς το θάνατο του έρωτα. Αποκτά τότε το ερωτικό συναίσθημα μια άλλη δυναμική.
   Στο κείμενο «Εκείνη» μιλάει για την αγάπη «Εκείνου» και μάλιστα, όπως η τελευταία στροφή φανερώνει, όταν «Εκείνος» έχει χαθεί. Δεν είναι λοιπόν μια ανατροπή, όταν έχουμε μπροστά μας μια έμμεση ερωτική εξομολόγηση σε ένα εσύ που «βασίλεψε»; Δεν είναι ανατροπή η πραγματικότητα που διαμορφώνεται: η ποιήτρια να εξομολογείται στον ίδιο της τον εαυτό και η εξομολόγησή της να τρέπεται σε ποίηση «βιώνοντας η ίδια με περισσότερη ένταση και με περισσότερη ποιότητα το ερωτικό της συναίσθημα»;
   Η Πολυδούρη έζησε γενναία και λεύτερη. Κοινωνική επανάσταση, έρωτας, ποίηση νομίζω ότι αποτελούν τους άξονες της σύντομης ζωής της, και ίσως είναι και τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα εκείνης της δραματικής εποχής κάπου ανάμεσα στα 1922 - 1929. «Τότε ακόμα και τα ποιήματα σήμαιναν αλλιώς. Επειδή ήταν αλλιώτικοι κι οι άνθρωποι που τα έγραφαν».
   «Θα πεθάνω μιαν αυγούλα μελαγχολική του Απρίλη» είχε πει η ίδια και πραγματικά πέθανε τον Απρίλη του 1930. Χάθηκε με τη βεβαιότητα ότι δεν ανήκε σε κανέναν γιατί «όσο αγαπάς, τόσο ελευθερώνεις…»

   Ανακεφαλαιώνοντας
   1. Ως προς την τεχνική του ποιήματος:
   α) Ιδιαίτερη σημασία έχουν κάποιες παρατηρήσεις μετρικής: το ποίημα αποτελείται από εννέα στροφές - στο σχολικό βιβλίο παραλείπονται οι 4η, 5η, 6η, και 8η – (5) πεντάστιχες, με στίχους ιαμβικούς (12) δωδεκασύλλαβους που εναλλάσσονται με ιαμβικούς (7) επτασύλλαβους, χωρίς αυτό να τηρείται απόλυτα, ενώ ο 1ος στίχος της γ΄ στροφής έχει μέτρο τροχαϊκό. Σε κάθε στροφή ομοιοκαταληκτούν ο 1ος με τον 5ο στίχο, ο 2ος με τον 4ο στίχο ενώ ο 3ος είναι ελεύθερος.
   Παρατηρούνται επίσης αρκετοί διασκελισμοί π.χ. «…γιατί μ’ ἀγάπησες / στά περασμένα χρόνια…», «…μέ κράτησες στά χέρια σου/ μια νύχτα…», «με κύτταξαν/ μέ τήν ψυχή στό βλέμμα…», «στολίστηκα τό ὑπέρτατο / τῆς ὑπαρξής μου στέμμα» κ.α.
   Η μετρική συμβάλλει με τον τρόπο της στη μουσικότητα και την υποβλητικότητα των συναισθημάτων του κειμένου υπογραμμίζοντας τη συγκίνηση, γεγονός που έκανε τον Τέλλο Άγρα να μιλήσει για λυρική ποίηση που «απαρτίζεται εξ ελεγειών».
   β) Τα σχήματα λόγου και ιδιαίτερα οι επαναλήψεις λέξεων π.χ. μόνο, ζωή, ὡραία…, το σχήμα κύκλου ο 1ος με τον 5ο στίχο σε κάθε στροφή, οι μεταφορές π.χ. «…ἔχω ἕνα ρίγος στήν ψυχή μου ακόμα…», «…ὡραῖε, πού βασίλεψες…» κ.α., η παρομοίωση «…εἶμαι ὡραία σάν κρίνο ὁλάνοιχτο…», οι εικόνες, η εναλλαγή των χρόνων ενεστώτας, αόριστος και των προσώπων α΄ και β΄, η υπερβολή «μόνο γιατί μ’ ἀγάπησες γεννήθηκα…» δημιουργούν μια τρυφερή, αυθόρμητη ατμόσφαιρα κι αποδεικνύουν ότι η Πολυδούρη τεχνοτροπικά ακολούθησε το νεορομαντισμό και το νεοσυμβολισμό.

   2. Ως προς το περιεχόμενο του ποιήματος: Το «εσύ» δεν κατονομάζεται, μπορεί να είναι οιοσδήποτε. Όμως με την αγάπη του «εσύ» προς το «εγώ» η Πολυδούρη, συνδιαλεγόμενη με την ποίηση έγραψε έναν ύμνο στον έρωτα.
   «…Από τα τραγούδια της Μαρίας δεν ήξερα κι ακόμα δεν καλοξέρω παρά μόνο ένα τραγούδι, εκείνο που καθιέρωνε τον έρωτά της στον αγαπημένο της που δεν υπήρχε πια, αυτό λέγεται «Γιατί μ’ ἀγάπησες» και πούφτανε για την ψυχή μου, γιατί η λυρική γυναικεία φωνή της ανέβαινε σε τούτο το τραγούδι με την καθαρότητα ενός αηδονίσιου τραγουδιού μέσα στη νύχτα που ολοένα υψώνονταν κυρίαρχη γύρωθε κι απάνωθέ της μ’ όλα της τα σκότη, αλλά και μ’ όλα της τ’ αστέρια ακόμα…»

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου