Τρίτη, 21 Σεπτεμβρίου 2010

Δ. Σολωμός ΕΡΑΤΟΣΘΕΝΗΣ Γ. ΚΑΨΩΜΕΝΟΣ, Ερμηνευτικά κλειδιά στο Σολωμό


Ο ΚΡΗΤΙΚΟΣ
Άρση του ανταγωνισμού - θέση της ενότητας

   ΟΠΩΣ είναι γνωστό, ο «Κρητικός», στην εκδοτική μορφή που του έδωσε ό Πολυλάς, απαρτίζεται από 5 ενότητες, αριθμημένες (με το χέρι του ποιητή) από 18 ως 22. Κέντρο της αφήγησης, που γίνεται σε α΄ πρόσωπο, είναι το επεισόδιο που περιγράφει μια μοναδική εμπειρία του ήρωα, ενώ βρίσκεται ναυαγός μέσα στη θάλασσα και παλεύει να σώσει την αγαπημένη του και να σωθεί. Το επεισόδιο αυτό αποτελείται από τις ακόλουθες αφηγηματικές ενότητες: την πάλη του Κρητικού με τα κύματα μέσα στη νυχτερινή καταιγίδα (απόσπ. 18-20.2), την αναπάντεχη μεταβολή της φουρτούνας σε γαλήνη και το θαυμαστό όραμα της Φεγγαροντυμένης (20.3-22.4), τη διάχυση του «γλυκύτατου ήχου», που διαδέχεται την εμπειρία της Φεγγαροντυμένης και τείνει να αφομοιώσει τον ήρωα (22.5-55) και τέλος, την άφιξη στην ακρογιαλιά και την τραγική διαπίστωση ότι ή αγαπημένη, που κρατούσε στην αγκαλιά του, έχει πεθάνει (22.56-58). Μέσα από την αφήγηση του κεντρικού επεισοδίου, ο ποιητής φροντίζει έντεχνα, με αφηγηματικές αναδρομές στο παρελθόν («αναλήψεις») και ανοίγματα στο μέλλον («προλήψεις»), να υφάνει ταυτόχρονα ολόκληρη την ιστορία του ήρωα, και μετά το ναυάγιο, ως τη στιγμή της αφήγησης. «Έτσι ό μύθος αναπτύσσεται παράλληλα σε τέσσερα χρονικά επίπεδα. Το πρώτο καλύπτει το χρόνο του ναυαγίου και της θαυμαστής εμπειρίας. Το δεύτερο την προϊστορία του ήρωα στην Κρήτη: αμέριμνα παιδικά και εφηβικά χρόνια (21.13-17, 22.25-35), συνειδητοποίηση της αρνητικής κατάστασης του σκλάβου μέσα από τη θέαση της φύσης (πόθος λευτεριάς: 22.36-42), αγώνες ενάντια στους Τούρκους (19.2-3, 22.6, 22.16-20), τελική ήττα, καταστροφή και εκπατρισμός (21.29-36). Το τρίτο χρονικό επίπεδο είναι ή ζωή του πρόσφυγα, μετά το ναυάγιο και το χαμό της κόρης: θλιβερή (ζητιανιά -νυχτερινοί εφιάλτες: 22.7-13), αλλά και χαρισματική (κατάσταση αλληλεγγύης: 22.5-8, «σφραγίδα δωρεάς»: 22.3-4, 22.14). «Ένα τέταρτο χρονικό επίπεδο συνιστά ο οραματισμός της έσχατης Κρίσης, όπου ό ήρωας ελπίζει να ξανασμίξει για πάντα με την αγαπημένη του (19.5-18).
   Πριν προχωρήσομε στην εξέταση του θέματος, είναι χρήσιμο να θυμηθούμε ότι οι δυνάμεις της φύσης που ενεργούν μέσα στην τριλογία είναι δυο ειδών: στοιχεία αρνητικά, που αντιπροσωπεύουν την άλογη βία μέσα στη φύση (η θάλασσα, ή τρικυμία στον «Κρητικό», το σκυλόψαρο στον «Πορφυρά»), και στοιχεία θετικά, η ίδια ή φύση ως αρχέτυπο του κάλλους και του αγαθού. Ανάμεσα στα δυο σαφώς σημαντικότερο είναι το δεύτερο. Υφίσταται και στα τρία έργα, στα δυο σε συνδυασμό με τα στοιχεία της άλογης βίας, στον «Πειρασμό» των «Ελεύθερων Πολιορκισμένων» χωρίς αυτά.
   Είδαμε στον «Πειρασμό» ότι ή φύση ως ενάντια δύναμη αντιπροσωπεύει ένα ακαταγώνιστο κάλεσμα για ζωή και ευδαιμονία, που απορρέει από τις θετικές της ιδιότητες και το όποιο, ενώ αποτελεί καθαυτό έκφραση της αρμονίας άνθρωπου - φύσης, λειτουργεί ως παράγοντας ανατροπής προκαλώντας μια οξύτατη σύγκρουση άξιων. «Αν με βάση τη διπλή αυτή προοπτική επιχειρήσουμε να προσδιορίσομε τη λειτουργία των στοιχείων που συνθέτουν το μύθο του «Κρητικού», θα διαπιστώσουμε ότι η τρικυμία και το ναυάγιο αποτελούν μονάχα το αφηγηματικό πλαίσιο του έργου. Το κέντρο κατέχει ή επικοινωνία του ήρωα με τη φύση, που επιμερίζεται σε δυο εμπειρίες: στην εμφάνιση της θείας Φεγγαροντυμένης και στο «γλυκύτατον χό» που τη διαδέχτηκε. Για τη σχέση της Φεγγαροντυμένης με τη φύση μιλήσαμε. Ο «γλυκύτατος ήχος» που ακολουθεί τη θεία εμφάνιση συνοψίζει σ’ ένα σύμβολο «μουσικό» τον παναρμόνιο ρυθμό της φύσης, που ή παρουσία της Φεγγαροντυμένης μας τον έδωσε σ’ ένα σύμβολο πλαστικό και μυστηριακό συγχρόνως. Και το ένα και το άλλο ασκούν ομοειδείς επιδράσεις στην ψυχή του ήρωα. Η θεία μορφή μαγνητίζει κυριολεκτικά τον Κρητικό («Καταπώς στέκει στο Βοριά η πετροκαλαμήθρα»: «Απ. /, 200.21.10), που, όσο διάστημα γεμίζει ή παρουσία της, «εξίσταται» από τον εαυτό του, από τον τόπο κι από το χρόνο, ξεχνά την τραγική του κατάσταση, τη θάλασσα, την καλή του, τον αγώνα του να σώσει την κόρη και να σωθεί. Το επεισόδιο κλείνει με την εξομολόγηση του ήρωα για τη ριζική αλλαγή του χαρακτήρα του ύστερα από αυτή τη μοναδική εμπειρία της ζωής του:

«Εγώ από κείνη τη στιγμή δεν έχω πλια το χέρι,
Π’ άγναντευεν Αγαρηνό κι εγύρευε μαχαίρι·
Χαρά δεν τουναι ο πόλεμος· τ’ απλώνω του διαβάτη
Ψωμοζητώντας, κι’ έρχεται με δακρυσμένο μάτι
(«Απ. 1, 203.22.5-8)

   Ο ήρωας μεταμορφώνεται· χάνει εντελώς το αγωνιστικό και επιθετικό του ήθος και η ύπαρξή του παίρνει μια στάση ένδειας που ζήτα την πλήρωσή της μέσα στην αγάπη του άλλου.
Αντίστοιχα, παρατηρούμε πως και ο «γλυκύτατος ήχος» παραλύει τον αγώνα του μέσα στη θάλασσα:
Αλλά το πλέξιμ’ αργούνε, και μου τ’ αποκοιμούσε,
Ηχός, γλυκύτατος ηχός, οπού με προβοδούσε.
«Απ. /, 204.22.23-24)
   Κάτι περισσότερο· τον κυριεύει τόσο, που τον αποξενώνει από την πραγματικότητα κι από την αγαπημένη του. Τείνει να τον «αφομοιώσει» ολοκληρωτικά, ν’ αποσυνθέσει την ύπαρξή του:
Μ’ άδραχνεν όλη την ψυχή, και νάμπη δεν ημπόρει
Ο ουρανός κι’ η θάλασσα κι’ ή ακρογιαλιά κι’ η κόρη·
Με άδραχνε, και μ’ έκανε συχνά ν’ αναζητήσω
Τη σάρκα μου να χωρισθώ για να τον ακλουθήσω.
(«Απ. 1, 206.22.51-54)
   Και μονάχα όταν ό ήχος σβήνει, ό ήρωας ξανάρχεται στον εαυτό του, ξαναθυμάται την κόρη και την προσπάθειά του. Και δεν πρέπει να μας ξεφύγει πως εντωμεταξύ η κόρη έχει πεθάνει. Γιατί αυτή ή έκβαση δίνει στις δυο εμπειρίες (της Φεγγαροντυμένης και του «γλυκύτατου ήχου») το νόημα «αντίμαχων δυνάμεων», σε σχέση με το συγκεκριμένο αγώνα του ήρωα. Το ότι αυτή είναι η λειτουργία τους μέσα στο ποίημα μας το λέει ρητά ο ίδιος ο ποιητής στις ιταλικές σημειώσεις που παρεμβάλλει ανάμεσα στους στίχους του ποιήματος. Ο Λ. Πολίτης είχε, πολύ πριν από τη δημοσίευση των Αυτογράφων, απομονώσει και δημοσιεύσει σε μετάφραση τους παρακάτω αποκαλυπτικούς «στοχασμούς»:
   «Ή ηθική δύναμη που μπαίνει σε δοκιμασία από τη συμφορά, και την άλλη, ντυμένη με μια γοητεία που κάνει στο τέλος πικρότερο το χαμό».
«Μια ισορροπία δυνάμεων ανάμεσα στην ψυχή του ναυαγού, μεστή από μια μεγάλη Στιγμή (Ροπή) της Ιδέας (που είναι να φέρει στ’ ακρογιάλι την αρραβωνιαστικιά του που τη νομίζει ζωντανή») και στα εξωτερικά εμπόδια της φύσης, μεστά από μια άλλη Στιγμή (Ροπή) της Ιδέας, μαγευτική. Θαρρώ πως εδώ πολύ φυσικά βαθαίνει ή αυλακιά ενός μεγάλου ποιήματος». Ο ποιητής μας αποκαλύπτει εδώ ξεκάθαρα τις δυο πλευρές στις όποιες συνοψίζει την επικίνδυνη όψη της σχέσης ανθρώπου-φύσης. Η φύση ως «αντίμαχη δύναμη» πολεμά τον άνθρωπο με δυο τρόπους, που ο ένας είναι συνάρτηση του άλλου:
   α) Παραλύει την αντίσταση ή την προσπάθειά του ενάντια σε φυσικά εμπόδια κυριεύοντας την ύπαρξή του με τη μαγευτική ακτινοβολία των άξιων των οποίων είναι φορέας (του κάλλους και του αγαθού· όχι αναγκαστικά με σημασία μεταφυσική· τόσο το κάλλος και το αγαθό όσο και η «Ιδέα» του σολωμικού στοχασμού εμφανίζονται μέσα στο ποίημα ως οντολογικές κατηγορίες της φύσης). «Έτσι ενισχύεται ή υπεροχή της εξωτερικής βίας σε βαθμό που να προδικάζει σχεδόν την αρνητική έκβαση του αγώνα.
   β) Την ηθική θέληση του άνθρωπου που παλεύει έναν αγώνα χαμένο έρχεται να διαβρώσει το ακαταμάχητο κάλεσμα για ζωή και επίγεια ευδαιμονία που ακτινοβολεί η φύση. Ό πόθος για ζωή προσθέτει μια βαθμίδα παραπάνω στην κλίμακα του τραγικού.
Σε καθένα από τα έργα της τριλογίας έχομε κι από μια παραλλαγή του παραπάνω «σχήματος», που φωτίζει πότε το ένα πότε το άλλο βασικό στοιχείο της τραγικής αυτής σχέσης. Στον «Πειρασμό» εφαρμόζεται το δεύτερο σκέλος του σχήματος, στον «Κρητικό» και στον «Πόρφυρα» εφαρμόζεται το πρώτο σκέλος. Η επίδραση της φύσης στον «Κρητικό», με τη Φεγγαροντυμένη πρώτα κι υστέρα με το «γλυκύτατον χό», αφομοιώνει τον ήρωα, εξουδετερώνει το αγωνιστικό του πνεύμα, με αποτέλεσμα ο ήρωας να χάσει τον αγώνα που αγωνιζότανε (να σώσει την αγαπημένη του). Πλαστικό (Φεγγαροντυμένη) και μουσικό σύμβολο (ήχος) αντιπροσωπεύουν δυο διαδοχικές συγκρούσεις. Στην πρώτη αντιπαρατίθεται το πνεύμα της φύσης με το πνεύμα του ήρωα. «Η αντίθεση είναι σκεπασμένη· μόλις την υποπτευόμαστε στο «πολύν καιρόν οπίσω», που μας δείχνει πως το πνεύμα που ενσαρκώνει η Φεγγαροντυμένη δεν είναι το πνεύμα που διέπει τον ήρωα κατά την παρούσα φάση, της αντρικής του ακμής. Στην προσπάθεια του ήρωα να «αναγνωρίσει» την οπτασία διακρίνομε κάποια παλιά, απομακρυσμένη συνάφεια μεταξύ τους, που ανάγεται στο απώτερο παρελθόν, στα πρώτα βιώματα της τρυφερής ηλικίας:
«Έλεγα πως την είχα ιδεί πολύν καιρόν οπίσω
Κάν σε ναό ζωγραφιστή με θαυμασμό περισσό,
Κάνε την είχε ερωτικά ποιήσει ό λογισμός μου,
Κάν τα’ όνειρο, όταν μ’ έθρεφε το γάλα της μητρός μου.
(Απ. 1, 201.21.13-16)
   Παρατηρούμε πως τα βιώματα που συνδέουν τον ήρωα με τη Φεγγαροντυμένη παραπέμπουν στην κατηγορία της «παιδικότητας» κι επομένως είναι βιώματα κατεξοχήν διονυσιακά, με την έννοια ότι εκφράζουν μια σχέση εξάρτησης του Εγώ από κάποιο ευρύτερο πόλο έλξης. Μ’ αυτή την έννοια ό μητρικός κόρφος για το βρέφος, το ερωτικό ίνδαλμα για τον έφηβο, η εκστατική ενατένιση της εικόνας του θείου για τον πιστό αποτελούν βιώματα με στενή παραδειγματική συνάφεια· μ’ άλλα λόγια, και το θρησκευτικό βίωμα είναι βίωμα διονυσιακό: ολοκληρωτική «αφιέρωση», δηλαδή υπαγωγή, του ανθρώπου στη θεϊκή αρχή· μια μορφή απάρνησης της ατομικότητας, που ακραία της έκφραση είναι ο ασκητισμός. Μια τέτοια σχέση έρχεται, ως στάση ζωής, σε αντίθεση με το πρόσφατο πολεμικό παρελθόν του ήρωα. Η αντίθεση αυτή θα βγει στην επιφάνεια παρακάτω, όταν θα γίνει λόγος για τη ριζική μεταστροφή του ήρωα, κάτω από την επίδραση του δράματος της Φεγγαροντυμένης (22.5-7). Το πολεμόχαρο πνεύμα που χαρακτηρίζει τον ήρωα πριν απ’ αυτή τη μεταστροφή:
Π’ αγνάντευεν Αγαρηνό κι’ εγύρευε μαχαίρι·
(Απ. 1, 203.22.6)
αντιπαρατίθεται - στην κρίσιμη εκείνη ώρα που ο ήρωας αγωνίζεται να σώσει το τελευταίο πράγμα που τον δένει με τη ζωή και με το πρόσφατο παρελθόν του - προς το πνεύμα της φύσης, όπως το ’δαμε ενσαρκωμένο στη μορφή της Φεγγαροντυμένης. Το πνεύμα που εκφράζει η ήμερη μεσογειακή φύση δεν είναι αυτό που συνηθίσαμε να ονομάζουμε «φυσικό νόμο» ή «νόμο της ζούγκλας». Τα κυρίαρχα στοιχεία στο μεσογειακό χώρο είναι το Ιλαρό φως, το αρμονικό κάλλος κι η ισορροπία, που όχι μόνο δεν εμπνέουν το αγωνιστικό πνεύμα, μα αντίθετα το αφοπλίζουν. «Ώστε η επιβολή της φύσης πάνω στον άνθρωπο σημαίνει άρση του ανταγωνισμού και θέση της ενότητας. «Η μεσογειακή φύση αδελφώνει τα όντα μέσα σε μια ατμόσφαιρα πληρότητας του Εγώ, η οποία αφενός καθιστά περιττό τον ανταγωνισμό, αφετέρου γίνεται πηγή χαράς και μακαριότητας. Το πνεύμα αυτό όμως απογυμνώνει ταυτόχρονα τον άνθρωπο απέναντι στις φυσικές ενάντιες δυνάμεις (όπως δείχνει η τελική έκβαση). Η διπλή αυτή επίδραση - που αντιπροσωπεύει την τραγική διάσταση του μύθου - μας αποκαλύπτει το τραγικό ως μόνιμο στοιχείο της σχέσης του άνθρωπου με τη φύση.
Το μουσικό σύμβολο του «γλυκύτατου ήχου» αφετέρου εισάγει ανάμεσα στη φύση και στον άνθρωπο μια σχέση καθαρότερα διονυσιακή, όπου το Εγώ απορροφάται από τη φύση και τείνει να διαλυθεί μέσα στην ευρύτερη Κοσμικήν ενότητα. Το ότι πρόκειται για σχέση διονυσιακή μας το δείχνει η παρομοίωση:
Μόλις είν’ έτσι δυνατός ο Έρωτας κι ο Χάρος.
(Απ. 1, 205.22.50)
   Η σύζευξη του Έρωτα με το Χάρο, στοιχείο της Ορφικής και Ελευσίνιας λατρείας (εκεί Διόνυσος - Άδης είναι ή διπλή όψη του ίδιου μυθικού συμβόλου), μας δίνει δυο γνωστές και ομοειδείς εκδηλώσεις του ίδιου καταλυτικού ενστίκτου, που ερεθίζει μέσα στην ψυχή του Κρητικού ο «γλυκύτατος ήχος». Το ένστικτο του θανάτου είναι ακριβώς η αντίθετη ροπή προς το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και της επιβολής. Ωθεί το άτομο στην αυτοκαταστροφή. Αντίστοιχα ο Έρωτας αντιπροσωπεύει μερική κατάργηση της ατομικότητας, εφόσον τείνει να μεταθέσει και να συγχωνεύσει το Εγώ με το «ερωμένο» αντικείμενο. Ανάλογη είναι η ψυχική κατάσταση του Κρητικού απέναντι στον «ηχό»· ζητά να συγχωνευθεί μαζί του:
Με άδραχνε, και μ’ έκανε συχνά ν’ αναζητήσω
Τη σάρκα μου να χωρισθώ για να τον ακλουθήσω.
(Απ. Ι, 206.22.53-54)
   Μ’ άλλα λόγια, η φύση εμπνέει στον ήρωα μια κατάσταση διονυσιακή. Ξυπνά μέσα του την «αρχέγονη οδύνη» για την απόσπαση του, ως ατόμου, από την ευρύτερη Κοσμικήν ενότητα και ερεθίζει τον πόθο του να αρνηθεί το Εγώ, να «βγει» από τα όρια της ατομικότητάς του («έκσταση») και να ταυτιστεί ολοκληρωτικά με την καρδιά του κόσμου. Με το «γλυκύτατον ηχό» βγαίνει λοιπόν στην επιφάνεια το διονυσιακό πνεύμα της φύσης και αντιπαρατίθεται στην ισχυρή ατομικότητα του ήρωα. Αυτό δημιουργεί μια κλιμάκωση στη σύγκρουση, που λειτουργεί υπόγεια μέσα στο έργο. Ή φύση αντιμάχεται τη θέληση του ήρωα με το πλαστικό της πνεύμα πρώτα, που αντιπροσωπεύεται από τη μορφή της Φεγγαροντυμένης. Το όραμα του κάλλους και του αγαθού μαγνητίζει τον ήρωα και παραλύει τον αγώνα του. Ακολουθεί ισχυρότερη σύγκρουση ανάμεσα στον ήρωα και στη φύση με τον «ηχό», που ξεσηκώνει στην ψυχή του Κρητικού το καταλυτικό διονυσιακό ένστικτο και τείνει να διαλύσει την ίδια του την ατομική ύπαρξη. Εδώ κορυφώνεται η δοκιμασία του ήρωα, που αρχίζει με την πάλη του προς τα στοιχεία της φύσης (φουρτούνα)· και πιο πίσω με τους αγώνες του στην Κρήτη, ενάντια στους Τούρκους. Η τραγική λύση έρχεται με την άφιξη στο γιαλό: χαρά σωτηρίας - θλίψη θανάτου.
   Αξίζει ιδιαίτερα να προσέξουμε ότι αυτή η κλιμάκωση των δοκιμασιών συμπορεύεται με μια σταδιακή ηθική ολοκλήρωση του ήρωα. Στην αφετηρία το ήθος του ήρωα είναι πολεμικό, δηλαδή ανταγωνιστικό σε τελική ανάλυση. Με τις διαδοχικές δοκιμασίες, που αντιπροσωπεύουν κι από μια συμφορά, ο ήρωας αποβάλλει σταδιακά το ανταγωνιστικό πνεύμα και φτάνει, με την κορύφωση των συμφορών (απώλεια και του τελευταίου αγαπημένου προσώπου), στην κατάκτηση «μιας μείζονος συνείδησης της ζωής», καθώς θα ’λέγε ο Σικελιανός· σε μια σχέση ενότητας με τον Κόσμο. Η ενότητα αυτή εκφράζεται με έμφαση, αρνητικά («χαρά δεν τουναι ο πόλεμος») και θετικά («τ’ απλώνω του διαβάτη»: 22.7). Στο δεύτερο σκέλος, που ορίζει την τωρινή ιδιότητα του ήρωα (ζητιάνος), εννοείται μια ακόμη ιδιότητα, που απορρέει έμμεσα, από την έμμετρη σε α΄ πρόσωπο αφήγηση της περιπέτειας· η ιδιότητα του ποιητή. Στη μορφή του ζητιάνου -ποιητή συνοψίζονται καίρια η σχέση αλληλεξάρτησης με τους ανθρώπους και η δημιουργική ενότητα με τον Κόσμο, που συνιστούν το τελικό στάδιο της μεταμόρφωσης του ήρωα μέσα από την τραγική διαλεκτική: δοκιμασία (σύγκρουση - καταστροφή) - ολοκλήρωση. Προϋπόθεση λοιπόν της ολοκλήρωσης είναι η δοκιμασία. Χωρίς αυτήν ο ήρωας δε θα ’φτανε ν’ αποκαταστήσει μια βαθύτερη και στέρεη αρμονική σχέση με τ’ άλλα όντα. Το σχήμα αυτό, δοκιμασία - ολοκλήρωση, που σχετίζεται και με τη σιλλερικήν αντίληψη του Υψηλού, είναι ένα τυπικό σχήμα της σολωμικής ανθρωπολογίας, που εφαρμόζεται τόσο στον «Κρητικό» όσο και στα άλλα δυο έργα της τριλογίας. Στους «Ελεύθερους Πολιορκισμένους» παρακολουθήσαμε την αντίστοιχη κλίμακα των τραγικών συγκρούσεων που οδηγούν τους ήρωες στην υπέρτατη πράξη της θυσίας, η οποία συνιστά ταυτόχρονα και την ηθική τους ολοκλήρωση. Την ολοκλήρωση μέσα από την καταστροφή θα τη δούμε στη συνέχεια και στον «Πορφυρά». Αλλά το πιο χαρακτηριστικό είναι ότι το σχήμα δοκιμασία - ολοκλήρωση, κοινό στην τραγωδία, στη χριστιανική ιδέα της τελείωσης και στη σιλλερική θεωρία του Υψηλού, πραγματώνεται στο Σολωμό μ’ ένα ιδιαίτερα νεοελληνικό τρόπο: μέσα από τη σχέση με τη φύση. Τόσο η δοκιμασία όσο και η ολοκλήρωση οφείλονται στης φύσης την επενέργεια, που είναι διττή· καταστρεπτική (θάνατος κόρης, ζητιανιά, δυστυχία: βιοτικό - ατομικό πεδίο) και ευεργετική συγχρόνως (ανθρώπινη αλληλεγγύη, ενότητα με τον Κόσμο, ποιητική δωρεά: ηθικό - Κοσμικό πεδίο). Μέσα απ’ αυτά τα βιώματα θα πραγματωθεί ο ψυχικός μετασχηματισμός του ήρωα από μια ιστορικά προσδιορισμένη (αντ-)αγωνιστική ιδεολογία σε μια μυστικά βιωμένη ερωτική οντολογία.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου