Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

ΟΙ «ΑΡΝΗΤΕΣ» ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ



  Υπάρχει όμως, όπως πάντα..., και η άλλη πλευρά για το έργο του σκιαθίτη πεζογράφου.
  Ο Κ.Θ. Δημαράς στην Ιστορία του διαθέτει τρεις σελίδες για το μεγάλο αυτό πεζογράφο:
  [...] Την έμπνευση και το βίωμα του Παπαδιαμάντη τα σημαδεύει χαρακτηριστικά το θρησκευτικό στοιχείο. Είχε μέσα στο αίμα του την εκκλησιαστική παράδοση [...] Τα διηγήματά του είναι γεμάτα αναμνήσεις από εκκλησιαστικές τελετές και μορφές θρησκευόμενες· η θρησκευτικότητά του πάντως δεν ξεπερνάει την απλή ευλάβεια -απλή και κάποτε χαριτωμένα απλοϊκή- την προσήλωσή του στο εκκλησιαστικό τυπικό και την πιο στενή αντίληψη της παράδοσης. Είναι συντηρητικός· το θρησκευόμενο Βυζάντιο σε στιγμές παρακμής. Μίσος για τους Φράγκους, αποστροφή για κάθε νεωτερισμό· τη στάση αυτήν ξαναβρήκαμε σε αξιόλογη μερίδα των λογίων που έδρασαν στον ύστερο ρομαντισμό. [...]
   [...] Άμα διαβάσει κανείς ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη, θέλγεται και από το υλικό και από το παρουσίασμα· άμα διαβάσει δύο η εντύπωση ελαττώνεται· άμα διαβάσει κανείς πολλά η αγαθή εντύπωση σβήνει όχι μόνο εξαιτίας της μονότροπης τεχνικής, αλλά γιατί ξαναβρίσκει συχνά τα ίδια θέματα, τα ίδια μοτίβα: ούτε εξέλιξη ούτε καν ανανέωση. Ένας κόσμος κλειστός, ευχάριστος στην πρώτη επαφή και αποπνικτικός στη διάρκειά του. Εξάλλου ολόκληρο το πεζογραφικό έργο του Π., αν εξαιρέσει κανείς τις πρώτες του μυθιστορηματικές δοκιμές, το σημαδεύει απόλυτα αναμελιά, αντίθετη με κάθε νόημα τέχνης. Ύφος, έκφραση, γλώσσα σχεδόν τυχαία· καμιά επίτευξη στην κατεύθυνση αυτή. Η παρεμβολή του αφηγητή γίνεται βαριά και αδέξια. Ψυχρά λογοπαίγνια, αναφορές σε περιστατικά που πρόκειται να επακολουθήσουν, πρωθύστερα, παρενθέσεις, αποσιωπητικά, επιφωνήματα, όλες οι ουλές όσες αφήνει στο λόγο η προχειρογραφία, ξαναβρίσκονται αδιάκοπα στο έργο του. [...] Τα επιρρήματα παρουσιάζονται συχνά στην τύχη· τα επίθετα είναι φτωχά και συμβατικά ή τόσο σπάνια και εξεζητημένα, που μένουν χωρίς απήχηση στο μυαλό του αναγνώστη. [...]
   [...] Ο Παπαδιαμάντης διαβάζεται εύκολα από ανθρώπους που δεν έχουν συνηθίσει στην καλή ποιότητα και δεν απαιτεί κανενός είδους προπαρασκευή· η γενιά που τιμούσε τον Σουρή για μεγάλο ποιητή επόμενο ήταν να τιμήσει για μεγάλο πεζογράφο τον Παπαδιαμάντη: το νόημα της τέχνης υπάρχει μόνο στην άλλη παράταξη, που μοχθεί για να δημιουργήσει, που παλεύει ανεβαίνοντας αργά ανάμεσα στην αδιαφορία του κοινού και στην αποδοκιμασία των λογίων [...]
   Ο Λίνος Πολίτης, που είναι θετικός για το έργο του Παπαδιαμάντη, σημειώνει:
   [...] Η αρνητική κριτική επεσήμανε τη χαλαρή σύνθεση των διηγημάτων του, την απουσία ενός σχεδίου, την έλλειψη βούλησης καλλιτεχνικής. Στο μεγαλύτερο μέρος τους οι παρατηρήσεις αυτές είναι σωστές· η έλλειψη όμως της συνθέσεως οφείλεται τις περισσότερες φορές στο χαρακτήρα της νοσταλγίας και του ρεμβασμού· οι ιδέες αδέσμευτες από ένα προκαθορισμένο σχέδιο, ακολουθούν την πορεία του ρεμβασμού -και η έλλειψη αυτή της δέσμευσης αποτελεί μιαν αρετή και μια γοητεία.      
   [...] Από την πληθωρική παραγωγή του Π. πρέπει να αποκλείσομε πολλά διηγήματα που μόλις φτάνουν ή ξεπερνούν το μέτρο. [...]
  (Ιστορία της ν.ε. λογοτεχνίας, 1978, σ. 204-205)
   Ο Αγγ Τερζάκης, ένας στοχαστής ιδιαίτερα μετρημένος στις κρίσεις του, κάνει τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
  [...] Το ύφος του Π., δίχως να είναι βέβαια το ηθελημένα σπασμωδικό των μεταγενέστερων εμπρεσιονιστών ζωγράφων, δεν είναι ούτε και το στρωτό «κλασικό» των συγχρόνων του. Δεν είναι στυλίστας ο Π. κι' αυτό ίσως φανεί βέβηλη αντίφαση για πολλούς προσκολλημένους τυφλά στα ταμπού της νεότερης πνευματικής μας ζωής. Δημιουργεί ατμόσφαιρα συχνά, υποβάλλει, συγκινεί, κι αυτά βέβαια είναι κάποια από τα γνήσια γνωρίσματα του ωραίου ύφους. Μα υπάρχει και σωρεία από αφηγήματά του που δεν διαβάζονται καν, μ' όση καλή θέληση κι αν εξαντλήσει γι' αυτό κανένας. Το ύφος του δεν είναι αξία ενιαία, αυθύπαρκτη, καθολική. Το ψυχικό άρωμα είν' εκείνο που δίνει γοητεία στα έργα του, το περιεχόμενο δηλαδή σε πείσμα της μορφής τους. Οι εξαιρέσεις, όπως το «Όνειρο στο κύμα» είναι λιγοστές. [...]
  («Νέα Εστία», 1941, σ. 5)
   
Ο Αιμ. Χουρμούζιος  γράφει:
  [...] Λένε πως ο Παπαδιαμάντης είναι ο πατέρας του νεοελληνικού διηγήματος. Ο Π. είναι νομίζω ο διηγηματογράφος του 19ου ελληνικού αιώνα. Ας τον αφήσομε στην τιμητικότατη θέση που του προσήκει. [...] Μα όταν η ψυχική κούραση μας ταλανίζει και μας αναγκάζει να ζητήσομε στα περασμένα μια πηγή δρόσου για τα φλογισμένα μας μέτωπα, ας σταματήσουμε πάντα στον Π. Είναι η πηγή.
  (Ν.Ε., 1941, σ. 173)
   Και ο Τίμος Μαλάνος:
  [...] Έζησε βέβαια και ο ίδιος σε «τα θεσπέσια εκείνα κελαδήματα, τα τραγούδια του Θεού» αλλ’ η ψυχή του βαθιά συνάμα ειδωλολάτρισσα, ψυχή μεσογειακή, δεν θα αποκηρύξει τίποτα από τον κόσμο της αμαρτίας, πολύ δε λιγότερο απομυθοποιές [...] προλήψεις και δεισιδαιμονίες των απλοϊκών ανθρώπων.
  (1944, Παπαδιαμάντης, Εκλογή από το έργο του, σ. 10)

Επίσης ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος γράφει:
[...] Η θρησκευτικότητα του Π. δεν [έχει] μεταφυσική αγωνία. Ο Π. δεν έζησε το δράμα του θρησκευτικού ανθρώπου αλλά την ωραιότητα και τη γραφικότητα της θρησκείας. [...]
(1938, Στοιχεία Ιστορίας της Ε. Λ.)
   Ο Κωστής Παλαμάς έχει και αυτός τις επιφυλάξεις του:
  [...] Και κανείς επιπόλαιος αναγνώστης θα μπορούσε [...] να συμπεράνει πως ο άνθρωπος αυτός μνήμη μόνο έχει, και φαντασία σπυρί δεν έχει. Και όμως δεν πιστεύω να βρίσκεται ως την ώρα στη φιλολογία μας τεχνίτης κατέχοντας τόσο ζωηρά τη δύναμη που οι ψυχολόγοι ονομάζουν συμπαθητική φαντασία.
   [...] Άλλοτε πάλι τα διηγήματα είναι σαν υδροκέφαλα·- αρχίζουν με μια φόρα και τελειώνουν σ' ένα πουφ. (Από αυτό κάπως πάσχουν λ.χ. η «Μαυρομαντηλού» και τα «Ναυαγίων Ναυάγια»). Άλλοτε όμως η περιφρόνηση προς την οικονομία και προς τη σύνθεση, η αδιαφορία προς τα εξωτερικά στοιχεία της τέχνης, όχι μόνο δεν εμποδίζουν, αλλά -παράξενο!- νομίζεις πως συντρέχουν για να γεννηθούν έργα ισχυρότατης πρωτοτυπίας και -δε φοβούμαι τη μεγάλη λέξη- μιας πνοής σαιξπηρικής. [...]
  (Παλαμάς, Άπαντα, τόμ.10)
   Ο Γρ. Ξενόπουλος:
  [...]. Δεν βλέπομεν εις αυτόν τον νεωτεριστή, τον επαναστάτη, τον οποίο θα επεριμέναμεν από ένα διηγηματογράφο της αξίας του. Θα έπρεπε ίσως δι’ αυτό να έλθει δέκα χρόνια αργότερα εις τον κόσμο -απέθανε σχεδόν εξηκοντούτης- αφού άλλως τε κανείς από τους ομηλίκους του συγγραφείς, της Σχολής των Αθηνών, δεν προσεχώρησε εξ ολοκλήρου εις τας νέας ιδέας. Μεγάλος δεν ήτο, όχι μόνο, διότι δεν είχε τη δύναμη να προτρέξει της εποχής του, αλλά και δι’ άλλα πολλά. Δεν πιστεύω ν’ απέκτησε ακόμη η νεοελληνική φιλολογία ένα αληθινά μεγάλο διηγηματογράφο -όσον ο Δοστογέφσκης εννοώ- και αν δεν ήταν ο Π., δεν είναι όμως και άλλος κανείς. Αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι εις την εκπνέουσα Σχολή των Αθηνών αυτός υπήρξεν ο μεγαλύτερος συγγραφεύς, το ισχυρότερο, το σημαντικότερο τάλαντο, απολύτως δε ο Αλέξανδρος Π., και αν ακόμη δεν είναι βεβαιωμένο, ότι δεν έχει τον ανώτερό του εις τη φιλολογία μας, είναι διηγηματογράφος δυνατός, ιδιόρρυθμος, πρωτότυπος, κατ’ εξοχήν εθνικός, τον οποίο τα μεγάλα του προτερήματα θα κατέτασσον μεταξύ των πρώτων σε οιανδήποτε φιλολογία και αν ανήκε.
  (1911, Ξενόπουλου Άπαντα, τόμ.12, σ.128-139)
  Η σειρά του Κώστα Χατζόπουλου, ο οποίος αφού του μπλέκει το εγκώμιο έχει επιφυλάξεις για το σύνολο του έργου του που θεωρεί πως επαναλαμβάνεται.
  [...] Με τη Φόνισσα κ' ένα δυο άλλα διηγήματα δίνει ο Π. εντύπωση ξεχωριστή. [...] Η εντύπωση από τους εφτά νεότερους τόμους (Χριστουγεννιάτικα διηγήματα, Πρωτοχρονιάτικα διηγήματα, Η μάγισσα, Ο πεντάρφανος, Η νοσταλγός, Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη, Τα ρόδινα ακρογιάλια) που τύπωσε η Βιβλιοθήκη Φέξη είναι απογοητευτική. Αν δεν ήτανε μέσα σ' αυτούς οι πέντε σελίδες του μοναδικού «Έρωτα στα χιόνια» θα προτιμούσα να μην τους είχα ούτε ανοίξει. [...] Ο Π. μέσα στο σωρό των τόμων αυτών μου είναι βαρετός, μου καταντά αδιάβαστος. Αδιάβαστος με όλο το φως που αναδίνει εδώ και εκεί, αδιάβαστος με όλη την παρατήρηση και τους ηθογραφικούς χαρακτηρισμούς, αδιάβαστος με όλη την ψυχική του νότα κάποτε.
   Και δεν είναι μόνο το σχολαστικό της γλώσσας -στον «Έρωτα στα χιόνια» συμβιβάζουμαι μ’ αυτή- δεν είναι μόνο η κοινοτοπία της φράσης, η μονοτονία του ύφους, του τρόπου της διήγησης που μου τον κάνουνε βαρετό, μα είναι μαζί και το άπλαστο μορφής και γλώσσας και η μονοτονία ανθρώπων, διαθέσεων και περιστατικών.
   [...] Μια δημοσιογραφία και δημοσιογραφία κακή, όπου ψιθυρίζει βέβαια εδώ και κει ο ποιητής, ανασαίνει ο συμπαθητικά απλός και ταπεινός άνθρωπος κ’ η αγαθή πονετική ψυχή, μα περσότερο βγαίνει στο φως ο στενός νους, νους κολλημένος επίμονα το πισοδρομικό πατροπαράδοτο, μισόξενος και μισονεϊστής, απλοϊκά αδύναμος να πιάσει το νόημα του πολιτισμού και της προόδου αλλιώτικα παρότι στο άτυχο διήγημα «Ο πολιτισμός εις το χωρίον», φανατικός λάτρης των τύπων και της ορθόδοξης πρόληψης, όπου μέσα πνίγεται στο τέλος και μια πνοή γνησιότερο θρησκευτικό αίστημα, που έχει σαλέψει κάπου, στη «Φαρμακολύτρια» ή στο «Όνειρο στο κύμα». [...]
  («Νέα Ζωή», 1914, τεύχ. 2, Κριτικά κείμενα, σ. 261-262)


0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου